almost cherry blossoms – Washington DC



Το ηξερα -γιατι ειχα ενημερωθει απο το δελτιο μπουμπουκιασματος των κερασιων – οτι τα μπουμπουκια ειχαν μολις ανοιξει.  Ηξερα οτι δεν θα εβλεπα το εκτυφλωτικο ροζ σε ολο του το φασμα.  Το κορυφωμα της ανθησης εχει ημερομηνια μεταξυ 8-12 του Απριλη.

Ομως την επομενη εβδομαδα λογω ανειλημμενων φιν φον υποχρεωσεων,  δεν θα μπορουσα να παω για το ετησιο προσκυνημα.  Ακομα και αν δεν σταματησωω – γιατι το παρκιν ειναι προβλημα παντα τετοιες μερες στην ” πρωτευουσα ” –  μια βολτα – η δυο – γυρω απο το Tidal Basin και την Mall θα την κανω.

Ετσι και χθες,  Ηταν μια μερα να την πιεις στο ποτηρι.  Τα λευκα κτιρια της πολης ελαμπαν.  Και σαν τα πιο υπεροχα αξεσουαρ της ανοιξης, λουλουδιασμενα δεντρα παντου.  Παρ’ ολο που η Ουασινγτων ειναι ελαχιστα πιο νοτια απο μας,  εδω οι Θιβετιανες μανολιες ηταν ηδη μπουμπουκιασμενες εξω απο το Smithsonian.  Συντομα θα φερω περισσοτερες φωτογραφιες.  Αν θελει καποιος να δει τις κερασιες ολανθιστες τον παραπεμπω σε παλιοτερες δημοσιευσεις,  εδω   και   εδω !

Να λοιπον τι  ειδα χθες:




σε αναμονη


τα μπουμπουκια στς κερασιες μολις ανοιξαν



παρ’ ολα αυτα ο κοσμος ειχε κατεβει στο παρκο να χαρει μια μεγαλειωδη ηλιολουστη ημερα

και για οσους αγαπουν την ποιηση, ενα αγαπημενο του Ουωλτ Ουιτμαν:

THESE, I, singing in spring, collect for lovers,
(For who but I should understand lovers, and all their sorrow and joy?
And who but I should be the poet of comrades?)
Collecting, I traverse the garden, the world—but soon I pass the gates,
Now along the pond-side—now wading in a little, fearing not the wet,
Now by the post-and-rail fences, where the old stones thrown there, pick’d from the fields, have accumulated,
(Wild-flowers and vines and weeds come up through the stones, and partly cover them—Beyond these I pass,)
Far, far in the forest, before I think where I go,
Solitary, smelling the earthy smell, stopping now and then in the silence,
Alone I had thought—yet soon a troop gathers around me,
Some walk by my side, and some behind, and some embrace my arms or neck,
They, the spirits of dear friends, dead or alive—thicker they come, a great crowd, and I in the middle,
Collecting, dispensing, singing in spring, there I wander with them,
Plucking something for tokens—tossing toward whoever is near me;
Here! lilac, with a branch of pine,
Here, out of my pocket, some moss which I pull’d off a live-oak in Florida, as it hung trailing down,
Here, some pinks and laurel leaves, and a handful of sage,
And here what I now draw from the water, wading in the pondside,
(O here I last saw him that tenderly loves me—and returns again, never to separate from me,
And this, O this shall henceforth be the token of comrades—this Calamus-root shall,
Interchange it, youths, with each other! Let none render it back!)
And twigs of maple, and a bunch of wild orange, and chestnut,
And stems of currants, and plum-blows, and the aromatic cedar:
These, I, compass’d around by a thick cloud of spirits,
Wandering, point to, or touch as I pass, or throw them loosely from me,
Indicating to each one what he shall have—giving something to each;
But what I drew from the water by the pond-side, that I reserve,
I will give of it—but only to them that love, as I myself am capable of loving.

Walt Whitman , Φυλλα Χλοης, 1900


περιπατητες γυρω απο το Tidal Basin. Στο βαθος λαμπερο το Jefferson Memorial.


Σας φιλω γλυκα.