Αναφιωτικα

P1120792

Αλλος θεος!  Ηταν μια εκφραση που χρησιμοποιουσες συχνα  οταν αλλαζες περιβαλλον.  Για σενα ηρθα εδω σημερα.  Γιατι κι εσυ ερχοσουν για μενα χρονια τωρα, με μια λαμπαδα στο μποι μου, στην Παναγια την Γρηγορουσα.  Ασπρισαν τα μαλια σου σε μια νυχτα οταν δεν ημουν καλα και εκανες ταμα.  Ποσες λαμπαδες αναψες μεχρι να φυγεις!

Δυο βηματα απο το Μοναστηρακι,  ξεφευγεις απο τους τουριστες με τις φωτογραφικες μηχανες και απο τους εμπορους με τα σουβενιρ. Μια στοφη και .. αλλος θεος.  Λιγοστοι ανθρωποι προχωρουν πιο περα απο τους Αερηδες.  Ειχα χρονια να ερθω εδω.  Η τελευταια ηταν μια φορα μαζι σου και με την λαμπαδα.  Καποιος Μαρτης δεν θυμαμαι πια.

Προχωρω μονη μου καθε τοσο στεκομαι. Ενα γιασεμι,  ενα γκραφιτι,  ενα καλοδιατηρημενο κλασσικο σπιτι, ολο και κατι τραβα την προσοχη μου.  Εδω εχει μπουκαμβιλιες, γατες μα δεν βλεπω ανθρωπους.

Στενα δρομακια, ανηφοριζουν, κατηφοριζουν, καποιος πουλαει στο πεζοδρομιο χειρποιητα σανδαλια. Για οποιους φθασουν ως εδω.  Σημερα εχει λιακαδα. Το φως πεφτει καθετα στα σπιτια τα βαμμενα με ωχρα. Κλεινω τα ματια και φανταζομαι τι χρωμα θα παιρνουν τις ανατολες και τα δειλινα.  Οι ανατολες και τα δειλινα αγαπανε πολυ μερικουε τοπους.  Την Ρωμη. Τα Αναφιωτικα.

Το δρομακι που περπατω φτανει σε ενα ξεφωτο με μερικα καφενεδακια. Καθομαι στο πεζοδρομιο, κολλητα στον δρομο.  Απεναντι μια κυρια ποτιζει τεσερεις τενεκεδες με ιβισκους. Διπλα καθεται μια παρεα. Γνωριζονται.  Εχουν καλλιτεχνηκη.. οψη. Ξερεις με μπερε, με μουσι. Ο ενας λεει οτι τις ειχε ολες γκομενες. Χαμογελω. Αθανατε ρωμιε!  Παραγγελνω ενα γλυκυ βραστο διπλο.  Με το ζορι περνουν φορτηγακια για ανεφοδιασμο, διπλα στα ποδια μου.  Βριζονται με μια μοτοσυκλεττα. Το αδιαχωρητο προς στιγμην στα Αναφιωτικα.

Στης Πλακας τις ανηφοριες. Ποσο σου αρεσαν τα παλια πλακιωτικα τραγουδια.  Τιποτα δεν εχει αλλαξει. Ανηφοριες, κατηφοριες και περικοκλαδες.

Αλλος θεος σου λεω!

P1120750

Σας φιλω γλυκα.

P1120785

P1120739

Advertisements

ταξιδι στην ανατολικη πελοποννησο – κατηφοριζοντας στην καρδια της Τσακωνιάς

Το ξερετε το ποιηματακι που αρχιζει ετσι:  Τι ειν’ η πατριδα μας;  Η φωτογραφια αυτη, μια απο τις πιο αγαπημενες μου του καλοκαιριου που μας περασε, αυτο ακριβως μου φερνει στο μυαλο.  Καθομαι στο παγκακι σ’ αυτο το φυσικο μπαλκονι λιγο πριν απο την Πλακα στο Λεωνιδι, και αυτοματα ο νους αδειαζει απο ολες τις μαυρες σκεψεις που ολοι μας λιγο πολυ κουβαλαμε χωρις να το εχουμε αποζητησει αυτο τον καιρο.  Αυτο το παγκακι εχει την δυναμη της  ψυχοθεραπειας.  Και αναρωτιεμαι, τοσοι και τοσοι ταξιδωτες περνανε απο εκει καθε μερα.  Ποσοι αραγε βλεπουν την ιδια εικονα με μενα.  Στεκονται να προσκυνησουν το μεγαλειο, η απλα προσπερνανε.  Τι λεει αυτη η εικονα σε καθενα απο μας αραγε;


Εχουμε φτασει στο νοτιοτερο σημειο του δρομου κατηφοριζοντας.  Εδω βρισκεται η Πλακα, το επινειο του Λεωνιδιου.  Μια πετρινη επιγραφη μας καλωσοριζςι.  Εδω ο δρομος στριβει δυτικα και συνεχιζει στην ενδοχωρα πια.  Στην  πρωτη φωτογραφια της τριτης σειρας διαβαζουμε τα καλωσορισματα και  ακριβως απο πανω βλεπουμε την παραλια της Πλακας.  Εδω στο ταξιδι των δεκαοχτω μου χρονων εκανα μια τεραστια γαστρονομικη ανακαλυψη!  Την βραστη γιδα! Ναι ναι μεχρι τοτε αρνιομουν να δοκιμασω ωρισμενα φαγητα και ξαφνικα με επιασε η περιεργεια. Δοκιμασα μια μπουκιτσα απο το πιατο του μπαμπα και νομιζω το τελειωσαμε μαζι. Μετα απο αυτο την κυνηγαω την βραστη γιδα οπου την βρω.

Συντομα αρχιζει ο δρομος να γινεται κορδελλες στον Παρνωνα και το σκηνικο αλλαζει. Τα πευκα, τα κυπαρισσια και οι ελιες δινουν τη θεση τους στον αρχοντα κεδρο. Σκουραινουν οι πλαγιες.   Η ταμπελα γραμμενη πρωτα στα Τσακωνικα, μας προτρεπει να επισκεφθουμε το μοναστηρι της Παναγιας της Ελωνας.  Στο ταξιδι μου παλια ειχα σκαρφαλωσει μεχρι τα κελια. Θα θυμαστε την προσφατη ιστορια με την εικονα που κλαπηκε απο το μοναστηρι και μετα ξαναβρεθηκε. Μυστηρια πραγματα.

Ο δρομος καταληγει στον Κοσμα που ειναι το πιο ομορφο μπαλκονι του Παρνωνα.  Ο καμπος της Λακωνιας απλωνεται κατω. Ο Κοσμας, εκτος απο υπεροχη θεα εχει και γαστρονομικο ενδιαφερον.  Ο τοπος διαθετει τα καλυτερα κρεατα, λαδια, χορτα, οπωροφορα και τυρια.  Με αυτες τις πρωτες υλες οτι και να φιαξουν ειναι νοστιμωτατο.  Μολις ειδα στον καταλογο το λεμονατο κατσικακι,  δεν σκεφτηκα τιποτε αλλο. Μετα απο αυτο, εμπνευσμενη προσπαθω εδω πισω στην “πρωτευουσα” να φιαξω το τελειο λεμονατο.  Μακραν του αυθεντικου αφου δεν εχω τα ιδια υλικα.

Εχω και μια χαριτωμενη ιστορια απο την παλια μου επισκεψη στον Κοσμα.

Φτανουμε  μεσημερακι στην κεντρικη πλατεις που ειναι σκεπασμενη με πλατανια. Αποκαλοκαιρο και δεν εχει πολυ κοσμο. Στο καφενειο τρεις γεροντες. Η μαμα πλησιασε και δηλωσε οτι ειμαστε συγγενεις του θειου Αντωνη. (διεπιστευτηρια που σημερα δεν περνανε πια). Ο θειος πηγαινε συχνα εκει.  Μας καλωσορισαν και μας κερασαν ενα κρασακι.  Καταφθανει λοιπον στο τραπεζι ενας νεος ολιγον νταβραντισμενος και στητος με τζην και γυαλι αεροδυναμικο.  Οι γεροντες τον συστηνουν ” ο κυριος ειναι τσοπανος ” . Ο κυριος τσοπανος στηλωσε τα ματια του πανω μου και εμεινε να κοιταει τοσο που αρχισα να αισθανομαι αβολα.  Η μαμα και ο μπαμπας αντεληφθησαν την κατασταση και αρχισαν να ψιλομειδιουν.  ” Και εχει και τοσα ζωα!  και στανες! ” συνεχισαν οι γεροντες.  ” Παμε μια βολτα στο χωριο; ” , λεω της Τινας για να σταματησει  η ιστορια. Οοοχιιι μου απαντα για να συνεχισει να κανει πλακα.  Με μεγαλη ανακουφιση μπηκα στο αυτοκινητο σε καμια ωρα με τους αλλους να γελανε και να κανουν σχολια.  Να την δωσουμε?  Να μη την δωσουμε;  Ακομα και σημερα οταν το θυμηθουμε η μαμα παντε λεει. Τι χαζη που ησουν .. θα ειχαμε τυρια βουτυρα, λαδια!  Μαλλον ατυχησα λοιπον. Θα μπορουσα σημερα να φιαχνω το λεμονατο των ονειρων μου μεσα στη βαρβατιλα.  Ω! γουελ!

Λεμε αντιο στον πανεμορφο Κοσμα και παιρνουμε το δρομο για το νοτο.  Σκαλα,  Βλαχιωτη, Μολαοι, Μονεμβασια. Εκει θα κανουμε μια σταση ακομα.

Σας φιλω γλυκα!