το κηπακι

σινδονια

Ξαφνιάστηκα με ενα “ping” στο iPad πρωι πρωι. Ήταν ενα συγκινητικό μήνυμα στο inbox του Facebook σταλμένο απο μια φιλη κυρια που μένει τωρα με την κορούλα της στο πατρικό μου. Εκει που έμενε παλια η μαμα. Παραλείποντας ονόματα που δεν έχουν καμια σημασία αντιγράφω το μήνυμα.

“Αγαπημένη Δέσποινα σήμερα άνθισε το πρώτο λουλουδάκι της αβοκαντιάς στον κήπο, οι λεμονιές ανθίζουν εδώ και 10 ημέρες, η μανταρινιά προχθές, η σαγκουινιά δεν έχει αποφασίσει ακόμη. Φυτέψαμε ίριδες, ανεμώνες, φρέζιες, γλαδιόλες, ντάλιες και μόλις έσκασαν τα βλασταράκια τους. Πολύ τα αγαπάμε αυτά τα δέντρα και όσα φυτέψαμε και κάθε μέρα τα παρατηρούμε και τους στέλνουμε την αγάπη.”

Ο κήπος στο πατρικό μου ήταν στα νιάτα του πανέμορφος. Μπροστα ειχε γκαζόν και παράλληλα με το πεζοδρόμιο, φουντωτα λιγουστρα. Η μαμα ειχε φυτέψει κατα μήκος της προσοψης πολλές τριανταφυλλιές και ήξερε και τα ονόματα των ποικιλιών. Ήταν ονόματα περίεργα τοπονυμιων η ωραίων γυναικών που δεν τα θυμάμαι πια. Στα μεσα του Απρίλη άνθιζανε οι τριανταφυλλιές και μοσχοβολουσε η γειτονια. Ήταν τόσο όμορφες που δεν γλύτωναν τις βραδυνες επιδρομές απο περαστικούς που τις ρημαζανε. Ολόκληρα κλαδιά κατέβαζαν. Η μαμα ειχε πει, θα τους βάλω ενα κλαδευτήρι, τουλάχιστο να μην τις ξεμασχαλιαζουν.

Στο πλάι του σπιτιού είχαμε μια τσιντονια που την ανοιξη γινοταν κατακόκκινη.

Στο πισω μερος του σπιτιού υπήρχε ενα πλακόστρωτο και γυρω γυρω παρτερια. Εκει φυτεύτηκαν οπωροφορα. Οι λεμονιές υπάρχουν ακόμα και σημερα σαράντα χρονια και βάλε. Ήταν διάφορες, ολο το χρονο κόβαμε λεμόνια!

Στα παρτερια η μαμα φυτευε λουλούδια, φτέρες και πρασιναδες, διαφορα κατα καιρούς. Της αρεσε η κηπουρική και ειχε φιαξει ενα τροπικο δασακι εκει πισω. Την δεκαετία του 60 φύτρωσε μονη της μια τζανερια που θεριεψε κι έφτασε στο μπαλκόνι του επάνω ορόφου. Τα καλοκαίρια ήταν κατάφορη απο τζανερα. Κόβαμε, πλεναμε και είχαμε το πιο νόστιμο φρούτο.

Την δεκαετία του 80 φύτρωσε μόνο του ενα δέντρο άβοκαντο. Αυτο κι αν θεριεψε. Ακόμα και σημερα βγάζει καρπούς, μα ειναι δύσκολο να τους φτάσει κανεις.

Στο πλακόστρωτο έφεραν μια κούνια fer forge’ για μας τα κοριτσάκια. Η Τίνα την χρησιμοποιούσε σαν μονόζυγο. Παντα κρεμασμένη απο τα πόδια ανάποδα ήταν με το κεφαλι να αιωρείται στο κενό. Λαχταρούσε η μαμα και την έλεγε, το παιδι μου ο Τιραμολας. Εκει μεγαλώσαμε δυο χελωνιτσες που τις είχαμε φέρει απο κατι εκδρομές. Τον Τσικο και τον Τσίλι. Ειχαν εξοικειωθεί και έτρωγαν ντοματες απο τα χεράκια της Τινας χωρις να χωνονται στο καβούκι τους μόλις μας έβλεπαν.

Η μαμα ειχε φιαξει όμορφο και το μπαλκόνι της κουζίνας της που ήταν αρκετα μεγάλο κατα μήκος του σπιτιού. Ειχε παντα γλάστρες με κακτους, δενδροφυλλα, βασιλικους, αρμπαροριζες και αλλα αρωματικά. Αυτο το μπαλκόνι το τόσο ευωδιαστο, ήταν για μενα το … καλοκαιρινό μου γραφείο. Στο βάθος του μπαλκονιού ειχα βγάλει ενα τραπεζάκι κι εκει διάβαζα. Αυτή η γωνία με φιλοξένησε νύχτες αξημερωτες το καλοκαιρι που έδινα εισαγωγικές. Προστατευμενη απο μια πράσινη τεντα απο τον καιρο, με τα αρώματα απο τις γλάστρες, με το ποτήρι του νες καφε, και το φως του γραφείου μου που ειχα μεταφέρει εξω, με έβρισκε το πρωι, πάνω απο την οργανική χημεία που μισούσα η την γεωμετρία που λάτρευα.

Κι εκανα ενα ετσι και χαιδευα τον βασιλικό και γέμιζε ο αέρας ευωδίες.

Αργοτερα οταν γυριζα τα καλοκαίρια η μαμα μου ειχε παντα μια γλάστρα με βασιλικό. Εκει τρώγαμε μαζι πρωινό. Το τραπεζάκι μου τωρα ειχε ενα λουλουδενιο τραπεζομάντηλο. Εγω καφε με γάλα κι εκεινη γάλα με καφε – πως το πίνεις αυτο το μαυροζουμι; απορουσε καθε μα καθε φορα! –

Σε πείσμα των καιρών, το κηπάκι εξακολουθεί να ειναι μυρωδατο και να αγαπιέται! Σε πείσμα των δεκαετιών, η λεμόνια εξακολουθεί να δίνει. Σε πείσμα που νικά το χρονο, αλλα κοριτσάκια μεγαλώνουν στο κηπάκι μου!

Σας φιλω γλυκα.

μουτη μου σε λεπω

20140315-100008.jpg
Γεννηθηκε στην Σμυρνη το 1888.  Ηταν ο  μεγαλυτερος απο τα τρια αγορια  της Δαφνης και του Ιωαννη Δρακουλη.   Μεγαλωσε στην περιοχη της Αγιας Φωτεινης και σπουδασε στην Ευαγγελικη σχολη της Σμυρνης. Δεν μιλουσε ποτε για τα παιδικα του χρονια.   Ποτε δεν καταλαβα γιατι,  ηταν κοινωνικωτατος και μιλουσε για πολλα αλλα πραγματα.

Το 1900, ηρθε στην Αθηνα με εναν απο  τους μικροτερους αδελφους του, τον Μεντορα.  Ο αλλος του αδελφος ο Ριχαρδος εφυγε για την Ρουμανια και δεν τον ξαναειδαν ποτε πια. Ασχοληθηκε με το εμποριο ζαχαρωδων προιοντων και ανοιξε μαζι με καποιον αλλο συνεταιρο ,  ενα εργοστασιο στον Πειραια.

Γνωρισε και παντρευτηκε την Δεσποινα Παυλιδου. δωδεκα χρονια μικροτερη του.  Μια ωραια Αθηναια δεσποσυνη που γεννηθηκε στην Πλακα και πηγαινε στην σχολη Χιλλ.  Μαζι εκαναν πεντε παιδια,  δυο αγορια και τρια κοριτσια. Μετακομισαν απο την Δεξαμενη στα Πατησια στην ασπρη βιλλα ακριβως απεναντι απο την κοκκινη του Κλωναριδη – ιδιοκτησια του Εμμανουηλ Παυλιδη-.

Μετα ηρθαν οι δυσκολιες.   Καποιο καραβι που μετεφερε μια μεγαλη παραγγελια ζαχαρης βουλιαξε και ετσι χαθηκαν ολα.  Δεν το εβαλε κατω.  Αρχισε απο την αρχη.  Ανοιξε  μια βιομηχανια φλαντζων και  ειχε πολλους πελατες.  Μετα ηρθε ο πολεμος και η κατοχη.  Η Δεσποινα δεν αντεξε την οικονομικη καταστροφη και πεθανε στα 48 της χρονια με το μαραζι πως θα παντρεψει τρεις κορες χωρις προικα.

Κανενας ομως δεν χαθηκε,  μονο η Δεσποινα.  Τα παιδια μεγαλωσαν, σπουδασαν και καλοπαντρευτηκαν.  Εκεινος,  την ειχε αγαπησει πολυ και για χρονια φοραγε το μαυρο περιβραχιονιο και παντα μαυρη γραβατα.

Αργοτερα ηρθα εγω στη ζωη.   Παιδι της δευτερης κορης του της Δαφνης, σε αυτο το ιδιο σπιτι στα Πατησια.  Μου εδωσαν το ονομα της γιαγιας της Δεσποινας, και ημουν  η αγαπημενη του εγγονη.  Ζησαμε μαζι δεκατεσσερα χρονια.  Αυτα τα δεκατεσσερα χρονια, ηταν απο  τα πιο ομορφα χρονια της ζωης μου.  Το παιδι και τα ματια σου Δαφνη, της ελεγε  Μολις εμαθα να περπαταω, με επαιρνε μαζι του παντου. Ντυνοταν κομψα, παντα με την μαυρη γραβατα και μοσχοβολουσε κολωνια.  Την ανοιξη φορουσε κι ενα μενεξε στο πετο του σακκακιου.  Δεν τον ειχα δει ουτε μια φορα να βγαινει απο το δωματιο του ατημελητος.

Πηγαιναμε στα τσαγια του φιλανθρωπικου συλλογου στην Νεα Φιλαδελφεια, για παγωτο στου Κανακη, στο θεατρο, στο Σινεακ,  για ψωνια για περιπατους.  Εκεινος με πηγε στα μπαλεττα Μπολσοϊ οταν ηρθαν στην Αθηνα και μαγευτηκα. Ηταν ομορφος, γελαστος με καταγαλανα ματια,  και με φωναζε “μπουλου”  .   Αγορασε ενα σωρο ξυλινες παιδικες κρεμαστρες για τα ρουχαλακια μου, και εγραψε απανω με καλλιγραφια, το ονομα μου σε διαφορες παραλλαγες. Μπουλου, μπουληθρα, μπουληθρονα, μπουλσοσονα ..

Τα Σαββατα αγοραζε ενα παιδικο βιβλιο, που το διαβαζε πρωτα, και τις Κυριακες τα πρωϊνα πηγαινα κοντα του και μου ελεγε την ιστορια, χωρις το βιβλιο.  Οταν πηγα στο σχολειο,  ηταν εκεινος που μου αγοραζε  κασσετινα και τσαντα.  Πηγαιναμε στο βιβλιοπωλειο του Πετρου Πατσιλινακου -Πανεπιστημιου διπλα στο Αρσακειο Μεγαρο  κι εκει ψωνιζαμε.   Μετα πηγαιναμε για ρυζογαλο σε μια στενη στοα στην Ομονοια.

Καθε μερα μου εδινε ενα σνακ για το σχολειο.  Συνηθως ηταν σοκολατα γκοφρεττα, αλλοτε οταν εβρισκε κατι καινουργιο στην αγορα το εφερνε κι αυτο,  σοκολατα μπιτερ, κροκαν,  με γεμιση φραουλας, και παντα μου ελεγε, η σοκολατα κανει καλο, αλλα μη τρως ποτε καραμελλες αστακου.  Εκεινος ηξερε τι παλιοζαχαρες ειχαν.  Απο τις γκοφρεττες μαζευα τα χαρτακια,  σημαιες, ηρωες του ’21 και παραδοσιακες στολες.  Μαζι αρχισαμε να φιαχνουμε αλμπουμ.  Μια σημαια μας ελειπε και ειχαμε τρελλαθει να την βρουμε.  Πηγε και αγορασε ολοκληρο το κουτι χονδρικη στην αγορα. Σαν μικρο παιδι κι εκεινος μαζι μου ανοιγε τις γκοφρεττες μηπως και βρουμε την σημαια.  Δεν την βρηκαμε.  Αλλαξαμε σοκολατα!

Οταν μετακομισαμε απο την οδο  Πατησιων στην οδο Ροσταν,  διατηρησε την επιχειρηση του επι της Πατησιων.  Κατεβαινα με την σακκα μου το πρωι, περνουσα απο το γραφειο του κι εκεινος στη συνεχεια με περνουσε τον δρομο απεναντι και περιμεναμε μαζι το πουλμαν του Αρσακειου.  Μου αρεσε το γραφειο του .  Ειχε δερματινο χαρτοφυλακα επανω, μελανοδοχειο, ωραια χαρτια, εγραφε με πενα και διπλα ειχε και στυποχαρτο.  Μου αρεσε η μυρωδια του φελλου και του αμιαντου.  Μου αρεσαν τα μηχανηματα που εκοβαν τις φλαντζες.  Ιδιαιτερη αδυναμα ειχα σε μικρες ροδελλες που τις εβαζα στο ματι και τον κοιτουσα απο την τρυπα.

Μουτη μου σε λεπω – δωστη μου να σε βλεπω.

Απο τοτε που ηρθε απο την Σμυρνη το 1918, δεν ειχε ξαναμπει σε καραβι.  Μπηκε ακομα μια φορα για χατηρι μου, να με δει στην Αλλονησο που παραθερισαμε τρεις μηνες ενα καλοκαιρι.

Διαβαζε πολυ,  επαιρνε συνδρομητικα περιοδικα απο την Ελληνικη κοινοτητα της Σμυρνης – τα χρονικα του Μπουτζα –  εφερνε καθε μερα δυο εφημεριδες,  και το περιοδικο Εικονες. Μετα ηρθε η εποχη που ηταν μοδα οι εγκυκλοπαιδειες σε τευχη και μου αγοραζε την “Δομη” και την μαγειρικη της Χρυσας Παραδειση.   Διαβαζε λογοτεχνια και παρακολουθουσε καθε μερα τις ειδησεις.  Πηγαινε σε εκθεσεις και κουβαλουσε παντα κατι καινουργιο για  διαβασμα.  Κρατησα με αγαπη τα σχολικα του βιβλια απο την Ευαγγελικη σχολη που προφανως ταξιδεψαν απο εκει μαζι του και αρκετα λογοτεχνικα βιβλια.  Τα απαντα του Σουρη, του Ξενοπουλου, τον Λουκη Λαρα, την Αιολικη γη του Βενεζη και πολλα ακομα. Μου αρεσε να σκαλιζω την βιβλιοθηκη που ειχε στο δωματιο του.  Εκεινος μου εκανε δωρο το πρωτο μου πικ-απ και τους πρωτους δισκους σαρανταπεντε στροφων.  Λουις Αρμστρονγκ και Ντορις Ντεη.  Θεοφραστο Σακελλαριδη και Αττικ.  Μετα απο μακροσκελη συζητηση εμαθε για τους Μπητλς και τους Ρολινγκ Στοουνς και ηρθαμε πιο κοντα ..μουσικα.

Καθε Σεπτεμβρη ανεβαινε στην εκθεση της Θεσσαλονικης για τις δουλειες του.  Ηθελα να παω μαζι του μια φορα αλλα δεν προλαβα.

Ηταν ο πιο πραος ανθρωπος του κοσμου.  Δεν τον ακουσα ποτε να φωναζει, να οργιζεται, να θυμωνει. Εκτος απο μια. Πλησιαζα στο γραφειο του ενα πρωι πριν παω στη σταση του σχολικου, οταν καποιος στο πεζοδρομιο αρχισε να ασχημονει και να μου επιτιθεται. Εβαλα τις φωνες κι εκεινος μολις με ακουσε πεταχτηκε εξω και ποιος ειδε τον Θεο και δεν τον φοβηθηκε.  Ηταν ηδη περασμενα εβδομηντα.

Ολα αυτα τα χρονια δεν εμεινε ουτε μια μερα στο σπιτι.  Τις καθημερινες πηγαινε στο εργαστηριο η για δουλειες κατω στην Αθηνα, και τα Σαββατοκυρικα ειχε του κοσμου τις κοινωνικες υποχρεωσεις.  Στα τραπεζια που τον εκαναν πελατες του,  επαιρνε κι εμενα μαζι του. ” Θα φερω και την Μπουλου”.  Οταν καποιος πελατης του ζητησε να βαφτισει την κορη του,  εκεινος του ειπε: ” Εγω ειμαι  πολυ μεγαλος τωρα θα το βαφτισει η Μπουλου”.  Ετσι εγινα νονα στα οχτω μου χρονια σε μια Σμαραγδα που δεν ξαναειδα ποτε. Δεν πηγε ουτε μια φορα σε καφενειο να πιει καφε η κατι αλλο.  Δεν τον ειδα ουτε μια φορα να καθεται.  Το πρωτο καρδιακο επεισοδειο ηρθε καθ’ οδον προς τη δουλεια του ενα πρωι του Μαρτη.  Εζησε λιγες ημερες ακομα.

Δυο ημερες πριν τον χασουμε για παντα με φωναξε κοντα του και μου μιλουσε για την πολιτικη κατασταση της Ελλαδας, τι πρεπει να προσεξω οταν θα μεγαλωνα. Σαν να μιλουσε σε καποιο φιλο του. Αφηνε την παρακαταθηκη των αποψεων του -που ακομα και σημερα σεβομαι και εκτιμω – στην αγαπημενη του Μπουλου.

Την ημερα του θανατου του  μας πηγαν ολα τα παιδια στο σπιτι του μεγαλου του γιου.  Σαν παιδια αρχισαμε να παιζουμε και να γελαμε οταν ο θειος μας ανακοινωσε οτι εκεινος πεθανε.  Παγωσαμε, κανενα απο μας δεν ηθελε να το πιστεψει.  Θυμηθηκαμε εκεινα τα τραπεζια που μας εκανε ολα τα εγγονια του τα καλοκαιρια στην ταβερνα “Κληματαρια” στην Κυπριαδου.  Βγαζαμε και φωτογραφιες. Απο κατω γραφαμε και λεζαντες. ” Λοχος μικτος υποβαλλει τα σεβη του!”.  Στο κεφαλι του τραπεζιου καθοταν επιβλητικα παντα εκεινος. Γελαστος με τα γαλανα του ματια να μας καμαρωνει.

Ηταν ο μοναδικος και αγαπημενος  παπους μου ο Ροδολφος.

Εκατό λογιων χαπάκια!

20140309-100022.jpg

Η φωτογραφια ειναι απο το κομοδινο μου, αφου πηρα κι εκρυψα στο ντουλαπι του μπανιου τα υπολοιπα πεντε κουτακια με διαφορα χαπια.

Σημερα θα πουμε λιγα πραγματα που δεν ειναι ισως πολυ φιν φον και θα ξεφυγουμε απο την διαθεση και το υφος  που προσπαθω να κρατω σε αυτο εδω τον χωρο.   Η διαθεση ομως ενος χωρου σαν αυτον, αντικατοπτριζει την διαθεση του γραφοντος, και πρεπει να ομολογησω οτι εδω και καιρο, προσπαθω να την κρατησω ψηλα με νυχια και με δοντια. Και συνεχιζω να προσπαθω, ισως τωρα με μεγαλυτερη επιτυχια σε σχεση με δυο μηνες πριν.

Θυμαμαι πριν απο εικοσι χρονια που ειχε ερθει η μαμα εδω στην ” πρωτευουσα ”  να περασουμε μαζι δυο μηνες τον χεομωνα. Ειχε φερει μαζι της ενα βαλιτσακι με διαφορα χαπια, τοσο πολλα που τρομαξα. Εκεινη ηξερε τι ειναι το καθενα και τα επαιρνε με ευλαβεια στην ωρα τους.  Το ενα για την μνημη, το αλλο για την χοληστερινη, το παραλλο για τις κραμπες.  Και ενω ηταν ανθρωπος με πολυ καλη υγεια γενικα,  κουβαλουσε μαζι της ενα ολοκληρο φαρμακειο.

Στην προσπαθεια μου να ξεπερασω ενα ας πουμε  αθωο προβλημα ισχυαλγιας, τον Γεναρη καπου ξεπερασα τον εαυτο μου και για να μην τα πολυλογω,  ενα μηνα πριν βρεθηκα στις πρωτες βοηθειες μη μπορωντας να σταθω στα ποδια μου.   Απο τοτε μεχρι τωρα -ναι σε ενα μηνα-  πολλα εχουν αλλαξει προς το καλυτερο και κυριως ο τροπος που αντιμετωπιζω το προβλημα μου που εκτος απο φυσιολογικο ηταν και ψυχολογικο.   Δεν θα επεκταθω σε αυτο,  γιατι ακομα προσπαθω,  ισως οταν περασουν ολα να επανελθω.

Βρεθηκα ομως ξαφνικα με εξι συνταγογραφημενα φαρμακα στο κομοδινο μου, απο μυοχαλαρωτικα, αντιφλεγμονωδη,  αναλγητικα, στεροειδη, βιταμινες, σπασμολυτικα, μεχρι και οπιωδη.   Ενενηντα χαπια σε καθε συνταγη.  Η αληθεια ειναι οτι χωρις αυτα, δεν  θα αντεχα τις δυο πρωτες μερες μετα το.. συμβαν.    Και μεσα στον πονο μου τρομαξα.  Με ποση ευκολια βρεθηκαν ολα αυτα διπλα μου!   Οποιο σε βοηθησει!  Η μεριμνα του να τα παιρνω με γνωση ποια δεν επιτρεπονται ταυτοχρονα, δικη μου. Δοκιμασε αυτο δοκιμασε κι εκεινο.  Αν εγω δεν ειχα τον ελεγχο των πραξεων μου και τη γνωση, θα μπορουσα να εκτραπω ευκολα,  και ισως αν ο γιατρος μου (για εικοσιπεντα χρονια) δεν με ηξερε ισως να μη μου τα εδινε.   Οσοι δεν εχετε βρεθει σε τετοια κατασταση, δε φανταζεστε ποσο ευκολο ειναι να εξαλειφεις τον πονο για μερικες ωρες με ενα χαπακι. Διαβασα προχθες ενα αρθρο που εβαλε μια φιλη στο φεησμπουκ για τον εθισμο στα φαρμακα, διαβασα ενα σωρο πληροφοριες για μακροχρονια ολεθρια αποτελεσματα και πατησα φρενο.

Τι εγινε σε διαστημα ενος μηνος;   Χλαρωσα και σταματησα να τρεχω σε οποιον υποσχοταν οτι εχει την θεραπεια, με εβαζε να κανω τουμπες  ,  και μου εδινε ενα φαρμακο ακομα.  Σταματησα να ακουω σε οποιον ελεγε … μπορεις κανε το,  ενω εγω δεν αισθανομουν ετοιμη να το κανω.   Βρηκα ενα ειδικο που κανει accu-pressure που με ακουει.  Ξερω οτι ειναι εναλλακτικη θεραπεια, αλλα με βοηθαει να χαλαρωνω, να μην πονω  κι αυτο για μενα ειναι σπουδαιο.  Ολα αυτα τα μυικα θελουν χρονο,  ας περνα πιο χαλαρα χωρις χαπια. Μαθαινω να ακουω το σωμα μου.  Σταματησα τα αγχολυτικα που επαιρνα για μια εβδομαδα.  Εκρυψα τα οπιωδη να μη τα βλεπω. Εκρυψα και τα υπολοιπα.   Κρατησα ενα αντιφλεγμονωδες που δεν μου προκαλει αλλα συμπτωματα αλλα κι αυτο δεν το παιρνω καθε μερα.   Παρακαλεσα για ανοιξη και ηρθε.   Κινουμαι ,  βγαινω και περπαταω, οδηγω , πηγαινω στο γραφειο, και συνηδειτα προσεχω καθε μου κινηση καθε μου σταση.   Προσεχω την διατροφη μου και αυξησα λιγο την πρωτεινη.  Ξερω παρα πολυ καλα οτι εχω ακομα προβλημα με φοβο και αγχος.  Φοβαμαι τα πισωγυρισματα σαν εκεινο πριν ενα μηνα.   Ξερω οτι ειναι θεμα χρονου να το ξεπερασω.   Πολλες φορες ομως ερχονται σε συγκρουση αυτα που θελουμε με αυτα που πρεπει και με αυτα που μας λενε να κανουμε.

Στο ταξιδι της ισορροπιας -θα το κανω εδω- θα ευχαριστησω την αγαπημενη φιλη μου Λενα που ειναι τοσο κοντα μου σε αυτη τη φαση αν και μακρυα.  Φυσικα πολλοι αλλοι εδειξαν ενδιαφερον και συμπαρασταση και τους ευχαριστω απο τα βαθη της καρδιας μου.  Την Λενα ομως την γνωρισα μεσα απο αυτο τον χωρο  πριν μερικα χρονια και οπως πολλοι αλλοι που γνωρισα εδω, ειναι φιλη ζωης.

Σας φιλω γλυκα.

oi Ναυτικοί

σαπιοκαραβο

(*)

“Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ΄ αυτές απλά να σε σύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες”

Ειναι σπάνιο, τόσο σπάνιο να μπορεις να λες μια ολόκληρη ιστορια σε τέσσερις γραμμές. Να ειναι τόσο δυνατές οι λέξεις που να φιαχνουν εικόνες. Να μυρίζουν όλες θάλασσα. Την άκουγα για χρονια αυτή τη λαλιά. Που ειναι των καραβιών, στολισμένη με τα απομεινάρια της Τζενοβεζικης ακμής. Ευρηματικά αλλαγμένη – αυθόρμητα μεταφρασμένη, να γίνεται ετσι πιο δυνατή, απρόσμενα περιγραφική.

“Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογιζόταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που `ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank « Fjord Folden »
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν…”

Την άκουγα χρονια αυτή την λαλιά. Έλεγε μικρές ιστορίες, ιστορίες γενναιων, ιστορίες που μαζι τους ταξιδεύεις κι εσυ, ο στεριανος, ο αταξιδευτος, ο δεμένος στον μώλο. Με έπαιρναν μαζι τους κι ας τις άκουγα στη στεριά.

“Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες”

Την άκουσα και πριν τέσσερα χρονια για τελευταια φορα. Απο πάνω ο αστικός ουρανός, και μπροστα ένα καφεδάκι. Καραβισιο καφεδάκι. Οι λέξεις άλλαζαν το σκηνικό. Στο τέλος κρατάμε το πιο όμορφο σκηνικό. Φιαχνουμε πληρώματα, όλος ο κοσμος ειναι μουτσοι και λοστρομοι. Δεν ειναι μακρυα το τελευταίο μπαρκο.

“Γιατί μπερδεύω τούτη εδώ με μι’ άλλην ιστορία;
Είν’ ένα χέρι που πονάει, βαρύ και λαβωμένο.
Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία
με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω;”

Στη μνήμη του Νίκου Καββαδια
Στην μνήμη του “Κοραη”.

(*) Το σαπιοκαραβο Αγιος Ευστρατιος στο λιμανι της Χιου.

Σας φιλω γλυκα.

L’anno che verrà

 

20131227-182925.jpg

” Φεγγαρος πανω απο το καστρο ” , Σεπτεμβριος 2013

“Ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι ανθρώπινη ανακάλυψη κι εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες.”

Ταδε εφη Αλβερτος Αϊνσταϊν και μου το θυμισε ξανα φετος τον Μαη μια φιλη. Που σημαινει οτι ανα πασα στιγμη -χρονικη αναφορα- μπορουμε να ξαναπροσδιορισουμε τον χρονο με βαση καποιο αλλο επαναλαμβανομενο φυσικο φαινομενο της επιλογης μας! Ποτε αρχιζει, ποσο διαρκει, ποτε τελειωνει και -το κυ ρι ω τε ρο- πως μεταβαλλομαστε εμεις οταν το μετα γινεται τωρα, και στη συνεχεια ..πριν.  Πρεπει να εχουμε καποιον να του φορτωνουμε το φταιξιμο για την ρυτιδα που δεν ρωτησε αν ειναι ευπροσδεκτη αναμεσα στα δυο μας ματια.

Οι παλιοτεροι λοιπον απο μας ορισαν τον χρονο  και μπηκαμε ολοι σε καλουπια.  Και ποτε μα ποτε δεν μας περνα η ιδεα να φανταστουμε τον εαυτο μας εκτος χρονικου συστηματος αναφορας.  Στην δουλεια μου χρησιμοποιουμε πολλα χρονικα συστηματα αναφορας.  Ομολογω οτι το μαθημα ” Advanced Time systems ” ηταν για μενα ισως το πιο δυσκολο να κατανοησω απολυτα -μετα  την Τοπολογια Μετρικων Χωρων του καθηγητη Παντελιδη-. Πρεπει να προσεξω αν μια δορυφορικη μετρηση γινεται σε ορισμενο συστημα αναφορας και να κανω την απαραιτητη αλλαγη  αν χρειαστει για να την επεξεργαστω.  Αν δεν το κανω, πολλα μπορουν να συμβουν.  Απο -θεωρητικα μιλαμε τωρα-  λαθος υπολογισμο γεωφυσικων παραμετρων, μεχρι εκτοξευση δορυφορου σε υπερβολικη τροχια. Που θελω να καταληξω;  Ο χρονος ειναι υπουλο πραγμα και μπορει να φερει μυρια κακα.

Ακομα πρεπει να ξερετε και κατι αλλο -δικο μου- που βασικα στηριζεται στη θεωρια της σχετικοτητος.  ” Οσο περνα ο χρονος, τοσο πιο γρηγορα περνα ο χρονος.” . Ειναι εκεινο που οταν ειμαστε παιδια η σχολικη χρονια μας φαινεται αιωνας, ενω οταν ειμαστε γονεις περνα χωρις να το καταλαβουμε.  Ετσι αυτο το ” παει ο παλιος ο χρονος ”  φαινεται σα να το ειχαμε πει παλι .. προχθες!

Με βαση λοιπον τα χρονικα καλουπια που αναμεσα τους εμεις οι γηινοι κινουμαστε, μετραω ουκ ολιγα χρονια απο αυτα με τις 365 ημερες,  των 86400 δευτερολεπτων.  Δεν εκμεταλλευτηκα  τον χρονο μου οπως θα εκανα αν μπορουσα να τον γυρισω πισω.  Ομως οι μηχανες του χρονου υπαρχουν μονο στα παιδικα εργα.

Αλλος ενας χρονος που τον ελεγαν 2013 τελειωνει σε λιγες μερες.  Γυριζω το κεφαλι προς τα πισω για να ριξω μια τελευταια ματια και να του πω, αντε  “περιπεραστε εξω”  και ελπιζω το 2014 να ειναι καλυτερο.

Highlights: Μια ομορφη εβδομαδα στο Παρισι.  Συντομη επισκεψη στην Αθηνα οπου γιορτασα τα γενεθλια μου με αγαπημενους φιλους. Ολιγοημερη επισκεψη στο Μοντρεαλ του Καναδα την εποχη του Τζαζ Φεστιβαλ, με πολλη περιποιηση και ξεναγηση απο την αγαπημενη Ιουστινη Φραγκουλη.  Μερικες εβδομαδες παλι στην Αθηνα και στην Χιο τον Σεπτεμβρη. Το καινουργιο σπιτι των παιδιων, ο ερχομος της Μαριεττας στην Αμερικη και πολλες πολλες χαρουμενες στιγμες.

Στιγμες του 2013

Το κλασσικο Δεκεμβριατικο ταξιδι στο Σαν Φρανσισκο το ματαιωσα.  Ηδη απο τον Μαη ειχε αρχισει να με ενοχλει η μεση μου με σπασμους που τους αντιμετωπιζα με μυοχαλαρωτικα.  Τελος Οκτωβρη μετα απο αρκετη ταλαιπωρια αποφασισα να κανω κατι πιο αποτελεσματικο. Μεχρι τοτε οι σπασμοι συνεβαιναν με το παραμικρο χαλωντας μου καθε διαθεση και περιοριζοντας με.  Αρχισα λοιπον φυσικη θεραπεια με την συμβουλη του γιατρου μου.  Στην αρχη πονουσα πολυ.  Παρα πολυ. Τωρα εναμισυ μηνα μετα, η φυσικη θεραπεια δεν με πονα και δεν εχω πλεον σπασμους. Προσεχω και ασκουμαι καθε μερα.  Εχω μελλον ακομα για να φτασω εκει που θελω αλλα πιστευω οτι αντιμετωπιζω το προβλημα μου σωστα.  Αν λοιπον γυρνουσα τα χρονια πισω, θα απεφευγα να καθομαι πολυ.  Μιση ωρα καθε μερα για την εξασκηση του σωματος ειναι απαραιτητη.

Εχοντας βαλει λοιπον σωστες βασεις στην υγεια μου το 2013,  βλεπω το 2014 με αισιοδοξια.  Ξαναβρηκα το κοντρολ του σωματος μου που για δυο μηνες το ειχα χασει εντελως.

Καλη χρονια σε ολους,

σας φιλω γλυκα.

μαρμελαδα βερυκοκο

Ηταν κατι εποχες που μου αρεσε πολυ η μαρμελαδα βερυκοκο. Ηταν πριν δοκιμασω την μαρμελαδα πορτοκαλι η την μαρμελαδα συκο.  Την μαρμελαδα την εφιαχνε η μαμα απο τα καλυτερα μπεμπεκος την ανοιξη.  Καποια γυαλα περιμενε υπομονετικα ως τον Νοεμβρη.

Αχνιστο εβγαινε το χρυσο παντεσπανι απο τον φουρνο στο μακροστενο ταψι.  Με μεγαλη προσοχη εβγαινε η λαδοκολλα απο τον πατο.  Το παντεσπανι ξαπλωνε σε μια βρεγμενη πετσετα και τυλιγοταν σε ρολο για να παρει την φορμα του.  Οταν ηταν ετοιμο ξετυλιγοταν σιγα σιγα και η μαρμελαδα απλωνοταν στο κοιλο μερος.  Το ρολο ηταν ετοιμο και εμενε να πασπαλιστει με ζαχαρη αχνη.  Δε γινοταν γιορτη μου χωρις το ρολο με μαρμελαδα βερυκοκο.

c2d2deb34710b94e36c7a243414ec0d8

Βεβαια υπηρχαν και φονταν και τα απαραιτητα μαρον και τα φρουι γκλασε (αχλαδακι εδω κατα προτιμηση).  Τρεις Δεσποινες ειχαμε που ονομαστηκαν ετσι απο την γιαγια.  Εγω ημουν η πρωτη (μεγαλυτερη).  Γιορταζε και η δευτερη και η τριτη διαλεξε τον Δεκαπενταυγουστο.  Εμεις οι μεγαλες οπως και η γιαγια.

Νοεμβρης προχωρημενος, ηδη δυο μηνες στο σχολειο, ειχαν ξανασφιξει οι μαθητικες φιλιες,  περιμεναμε πως και πως τις γιορτες μας για να βρεθουμε χωρις την γκριζα φουστα , το μπλε πουλοβερ και τα μοκασινια των θρανιων. Να κρατησουμε τσαντακι λουστρινι μπακλαβαδωτο με χρυση αλυσιδα (σαν αυτα που κυκλοφορουν και τωρα μετα απο τοσα χρονια παλι), να φορεσουμε λουστρινι γοβακι (χωρις λουρακι εννοειταιιιιιι) και να παμε στο παρτυ της ονομαστικης εορτης.

Συγυριζα το δωματιο μου γιατι εκει απολαμβαναμε περισσοτερο τους δισκους των 32 στροφων στο Τεπαζ.  Η μαμα ολο το καλοκαιρι επλεκε ενα φορεμα σαν δαντελλα με το βελονακι σε χρωμα τυρκουαζ.  Το φοδραρισε με ιδιο χρωμα φοδρα και πισω εβαλε ενα στρογγυλο φιλντισενιο κουμπι απο τον Καλυβιωτη.  Στην “Κοκεττα” βρηκε κι ενα κοκκαλακι φιαγμενο απο τυρκουαζ χαντρουλες.  Το χτενισμα ηταν τα μισα μαλλια μαζεμενα σε αλογοουρα και τα υπολοιπα κατω (σεσκουλα οπως τα ελεγε η μαμα).  Στο δεσιμο της αλογοουρας επιασε το κοκκαλακι.  Ετσι, σαν το κερασακι στην τουρτα.  Η μαμα εδινε σημασια στα αξεσουαρ.  Επρεπε ολα να δενουν μεταξυ τους.

Για δωρα αγοραζαμε στις φιλες μας δισκους και βιβλια.  Το αντεχε η τσεπη του χαρτζηλικιου μας αλλα μας ειχαν μαθει να τα αγαπαμε κιολας.  Τον Νοεμβρη με το τυρκουαζ φοραμα, η Βαντα μου χαρισε την “Κοινωνικη Ιστορια της τεχνης” του Arnold Hauser.  Παιδευτηκα να το διαβασω. Για χρονια το ανοιγα κατα καιρους και διαβαζα ενα κεφαλαιο.  Το εχω παντα.  Το Νοεμβρη με το τυρκουαζ φορεμα ειχε χαζεψει και ο Στεφανος να το κοιταει και η μαμα (που το ματι της επαιζε)  για χρονια ελεγε.  Με αυτο το φορεμα ησουν κουκλα, ο νεαρος δεν επαιρνε τα ματια του απο πανω σου.

Το Νοεμβρη με το τυρκουαζ φορεμα ηταν ολο το σπιτι ανοιχτο.  Μεζεδες, καπνος, ποτα,  αλλου οι μεγαλοι κι αλλου οι νεαροι και η μαμα παντου!  Στα βαζα λουλουδια, στα προσωπα χαμογελα και εξω κρυο. Προχωρημενος Νοεμβρης.

Ομορφα περασαμε, ανακαιφαλαιωσε η μαμα. Στην κουζινα ολα τα πιατακια και τα ποτηρια κι ολα τα κουταλακια που γλυκαναν τους επισκεπτες.  Η μπαλκονοπορτα της τραπεζαριας ανοιχτη για να φυγει ο καπνος. Και στο στομα μια γλυκεια επιγευση απο μαρμελαδα βερυκοκο.

Σας φιλω γλυκα.

Η φωτογραφια απο το cooktime.gr

η Χρυσανθη μου

Η Χρυσανθη ηταν εκει οταν γεννηθηκα, κι εμεινε εκει ωσπου εγινα οκτω χρονων. Mετα δεν την ξαναειδα ποτε πια.

Σημερα θα σας πω την ιστορια μας.

Η Χρυσανθη γεννηθηκε στη Λερο δυο χρονια μετα απο την μαμα μου.  Δεν ξερω αν τα παιδικα της χρονια ηταν χαρουμενα η εστω ευχαριστα, αλλα τα νεανικα της δεν πρεπει να ηταν καθολου.  Εκανε σχεση με εναν παντρεμενο εκει στο νησι  -ετσι  ελεγαν οι μεγαλοι- και αυτος την “κουτουπωσε” -χρησιμοποιω την λεξη που ακουσα-.  Πως να αντεξει τετοια ντροπη η οικογενεια, ο αδελφος παραλιγο να την σκοτωσει οταν μαθευτηκε.  Καποιοι απο εκει που ηξεραν τον παπου μου τον ρωτησαν.  Ροδολφε, το και το, θα την σκοτωσουν την κοπελα, μηπως ξερεις κανενα σπιτι να την στειλουμε παρακορη;

Ο παπους που εμενε μαζι με την μαμα και τον μπαμπα στο παλιο εξοχικο της γιαγιας στην οδο Πατησιων,  ζητησε να την στειλουν εκει, να βοηθα και την μαμα που περιμενε παιδι (το Δεσποιναριον). Η Χρυσανθη ηρθε στο σπιτι μας λοιπον για να γλυτωσει το μενος του αδελφου.  Η μαμα της ανοιξε ενα λογαριασμο στην τραπεζα για να μπορεσει η Χρυσανθη να μαζεψει χρηματα και να σταθει στα ποδια της.

Ετσι οταν γεννηθηκα η Χρυσανθη ηταν η δευτερη γυναικα που με κρατησε στην αγκαλια της.  Το προσωπο της ειναι ζωντανο στην μνημη μου παρ’ολο που δεν εχω καμια φωτογραφια της.  Δεν ηταν ιδιαιτερα ομορφη και ειχε ενα πονεμενο και λιγο αφηρημενο βλεμμα. Τετραγωνο προσωπο, κοντα μαλλια σπαστα και καστανα ματια.  Ηταν λιγομιλητη και ευγενικη, θα ελεγα μαλιστα απο οσο θυμαμαι και αρκετα ντροπαλη.

Οταν μετακομισαμε απο την οδο Πατησιων στην οδο Ροσταν, η Χρυσανθη ηρθε μαζι μας.  Οταν ελειπε η μαμα η Χρυσανθη μας φροντιζε με πολλη αγαπη. Εν τω μεταξυ ειχε γεννηθει και η Τινα.  Οταν εβγαινα κατω στον κηπο να παιξω η Χρυσανθη ηταν διπλα μου και με προσεχε.  Καποια ανυποπτη στιγμη επεσε το τοπι μου σε ενα παρτερι με τριανταφυλλιες.  Ετρεξα να το πιασω.  Σαν ελατηριο πεταχτηκε η Χρυσανθη να με αρπαξει για να μη πεσω στις κοπριες.  Εκει δεν ειδε το κλαδι της τριανταφυλιας και της εσκισε το δερμα διπλα στο ματι. Ετσι αντι να τρεχουν εμενα για αντιτετανικο ορο, ετρεχαν την Χρυσανθη στις πρωτες βοηθειες.  Το γεγονος το θυμαμαι πολυ εντονα αφου κοντευα να γινω εξι χρονων.  Η Χρυσανθουλα μου γυρισε στο σπιτι με ραμματα και το ενα ματι μπανταρισμενο. “Απο θαυμα το γλυτωσε” ελεγαν οι μεγαλοι.

Τωρα η Χρυσανθη τις Κυριακες εβγαινε “εξοδου”.  Καποτε λοιπον γνωρισε καποιον και συνδεθηκε μαζι του.  Ο τυπος ηταν -ελεγαν οι μεγαλοι- οχτω χρονια μικροτερος της.  Ηταν οικοδομος και εμενε στο Καματερο Αττικης.  Μια ωραια ημερα -οχι ωραια για μενα- ανακοινωθηκε οτι η Χρυσανθη παντρευεται τον οικοδομο της.  Δεν ειχα ιδεα τι σημαινε ευτυχια για την Χρυσανθη, αλλα για μενα ευτυχια δεν ηταν οτι θα εφευγε.  Με συνοπτικες διαδικασιες ετοιμαστηκε ο γαμος, η προικα, τα παντα.  Η μαμα στεφανωσε την Χρυσανθη κι εγω ημουν διπλα της παρανυφακι.  Ε επρεπε να στεφανωθει γιατι περιμενε το παιδι του νεαρου οικοδομου της.  Η οικογενεια της δεν ηρθε στο γαμο.  Οι ντροπες ηταν παντα ντροπες.

Μετα τον γαμο κοπηκε καθε επαφη με την Χρυσανθη.  Εκεινη εμενε στο Καματερο και δεν εμφανιστηκε ξανα στα Πατησια.  Ξερω ομως οτι με σκεφτοταν και με αγαπουσε.  Οχτω χρονια με κρατουσε αγκαλια και με προσεχε.

Αν ζει η Χρυσανθη σημερα θα πλησιαζει τα ογδοντα επτα.  Ενα παιδακι εκανε,  δεν ξερω αν εκανε αλλα.  Αλλα οπου κι αν ειναι αυτα τα παιδια δεν ξερουν οτι η μαμα τους ηταν δικη μου για οχτω ολοκληρα χρονια.

Σας φιλω γλυκα.

Πη Ες: Δεν ξερω αν οι ζωες μας ειναι προκαθορισμενες η τις οριζουμε.  Η Χρυσανθη δεν ορισε την ζωη της.  Την ορισαν αλλοι για εκεινη.  Σιγουρα σαν μανα θα ειδε καποια ευτυχια. Παραπανω δεν ξερω.  Το ονομα ειναι πραγματικο.