πασχαλινα αυγα, 2014

 

20140413-174518.jpg

Μερες γιορτινες, καθε χρονο επαναλαμβανομαστε στην θεματολογια. Οπως στολιζα το σπιτι για το Πασχα γυρνουσα και φωτογραφιζα τα αυγα που τα σκορπισα παλι εδω κι εκει. Εχουν τελειο σχημα τα αυγα και τα αγαπω. Μερικα απο αυτα μενουν στολισμενα εξω ολο τον χρονο. Αλλα παλι -κατι κατακοκκινα – μεταξωτα και αλαβαστρινα βγαινουν καθε που τελειωνει η Σαρακοστη και παντα φερνουν στην επιφανεια αναμνησεις.  Δεν ξεχνω οταν ημουν μικρο κοροτσακι, την λαχταρα να ανοιξω το μεταξωτο αυγο στα δυο και να βρω μεσα “βοτσαλακια”,  “ελιτσες”  και εκεινα τα ξεχαρβαλωμενα κιτρινα πουλακια με τα πλαστικα κοκκινα ποδια που τις περισσοτερες φορες ειχαν ξεκολησει.  Η μαμα ηξερε την αγαπη μου για τα αυγα   και  παντα μου εστελνε καποιο διακοσμητικο αυγο στα πασχαλινα πακετα.

Τα χρωματα εγιναν ζωηρα και ομοιομορφα  με βαφες που εφτασαν εγκαιρα στο γραμματοκιβωτιο μου, απο την Αθηνα.   Μοσχοβολησε το σπιτι ξυδιλα, τι να λεμε τωρα.  Σκεφτομαι του χρονου να πειραματιστω με φυσικες χρωστικες ουσιες κι ας μην γιινουν ετσι  παραδοσιακα.  Θα αρχισω να μαζευω τσοφλια απο κρεμμυδια.  Για την επιτυχια θα πρεπει να ευχαριστησω τους ευγενεις χορηγους βαφων,  και την μαυρικω την κοτιτσα.  Καλη επιτυχια στα δικα σας αυγα και καλη Ανασταση!

Σας φιλω γλυκα.

A Palm Sunday brunch

 

 

 

20140413-170510.jpg

 

Για την γιορτη της Δαφνης, για την ανοιξη!

20140413-170410.jpg

 

 

Η ΦΡΙΤΑΤΑ

20140413-170459.jpg

ενα κιλο σπαραγγια

ενα κολοκυθι

δυο κιτρινες πιπεριες

δυο shallots

τρια πρασινα φρεσκα κρεμμυδακια

δεκα αυγα

μιση κουπα κρεμα γαλακτος

δυο κουταλιες της σουπας βουτυρο

***

Καθαριζουμε τα σπαραγγια και τα κοβουμε λοξα σε κομματια περιπου 2 εκ.

Κοβουμε το κολοκυθι κατα μηκος και τα δυο μισα σε λεπτες φετες

Κοβουμε τις πιπεριες σε λεπτες λωριδες και μετα σε κομματια περιπου 2 εκ.

Ψιλοκοβουμε τα κρεμμυδακια

Ψιλοκοβουμε τα shallots

***

Σε βραστο νερο ριχνουμε τα σπαραγγια για δυο περιπου λεπτα.

Τα μεταφερουμε σε παγωμενο νερο για να σταματησει ο βρασμος

***

Σε ενα αντικολλητικο τηγανι λιωνουμε το βουτυρο και προσθετουμε τις πιπεριες και τα shallots

Σε μεσσαια φωτια ανακατευουμε περιπου δεκα λεπτα μεχρι να μαλακωσουν οι πιπεριες

Στι μιγμα με τις πιπεριες, ροσθετουμε τα σπαραγγια, τα κολοκυθια και τα κρεμμυδακια.

***

Βουτυρωνουμε ενα γυαλινο ταψι και απλωνουμε τα λαχανικα.

***

Σε ενα μπωλ χτυπαμε τα αυγα με την κρεμα και τα ριχνουμε στο ταψι.

***

Ψηνουμε στιυς 180 C (350 F) για 40 περιπου λεπτα μεχρι να δεσει το αυγο

20140413-170257.jpg

Σας φιλω γλυκα

magnolia peak, April 12, 2014

20140412-133211.jpg

Ειναι μια ομορφια που κρατα μονο λιγες ημερες.  Ειναι τα τρια δεντρα στον κηπο μου που περιμενω με λαχταρα καθε χρονο να ανοιξουν τα μπουμπουκια τους.  Ολο το χρονο στεκονται κοντα κοντα,  και μαζι βλεπουν τις τεσσερεις εποχες να εναλλασονται. Ποτε καταφορτα με πρασινα φυλλα, ποτε με γυμνα κλαδια, ποτε  φορτωμενα χιονι.  Τον Απριλη ομως φορουν την πιο ομορφη φορεσια τους.  Εντονο ροζ που οσο το ανθος ανοιγει ασπριζει.  Η εξελιξη στις φωτογραφιες κρατησε τεσσερεις ημερες.  Σημερα Σαββατο 12 Απριλιου  τα λουλουδια λαμπουν ολανοιχτα κατω απο τον ηλιο του Μερυλαντ. Και οπως ολα τα αλλα χρονια σε δυο τρεις ημερες τα πεταλα θα αρχισουν να πεφτουν δινοντας την θεση τους σε μικροσκοπικα φυλλαρακια.  Μια εβδομαδα το πολυ κρατα αυτη η ομορφια.  Και ο κυκλος της ζωης των τριων δενδρων συνεχιζεται.

20140412-133153.jpg
20140412-133314.jpg

 

20140412-133546.jpg

Σας φιλω γλυκα.

almost cherry blossoms – Washington DC

 


P1130317

Το ηξερα -γιατι ειχα ενημερωθει απο το δελτιο μπουμπουκιασματος των κερασιων – οτι τα μπουμπουκια ειχαν μολις ανοιξει.  Ηξερα οτι δεν θα εβλεπα το εκτυφλωτικο ροζ σε ολο του το φασμα.  Το κορυφωμα της ανθησης εχει ημερομηνια μεταξυ 8-12 του Απριλη.

Ομως την επομενη εβδομαδα λογω ανειλημμενων φιν φον υποχρεωσεων,  δεν θα μπορουσα να παω για το ετησιο προσκυνημα.  Ακομα και αν δεν σταματησωω – γιατι το παρκιν ειναι προβλημα παντα τετοιες μερες στην ” πρωτευουσα ” –  μια βολτα – η δυο – γυρω απο το Tidal Basin και την Mall θα την κανω.

Ετσι και χθες,  Ηταν μια μερα να την πιεις στο ποτηρι.  Τα λευκα κτιρια της πολης ελαμπαν.  Και σαν τα πιο υπεροχα αξεσουαρ της ανοιξης, λουλουδιασμενα δεντρα παντου.  Παρ’ ολο που η Ουασινγτων ειναι ελαχιστα πιο νοτια απο μας,  εδω οι Θιβετιανες μανολιες ηταν ηδη μπουμπουκιασμενες εξω απο το Smithsonian.  Συντομα θα φερω περισσοτερες φωτογραφιες.  Αν θελει καποιος να δει τις κερασιες ολανθιστες τον παραπεμπω σε παλιοτερες δημοσιευσεις,  εδω   και   εδω !

Να λοιπον τι  ειδα χθες:

P1130310

dogwood

P1130297

σε αναμονη

P1130298

τα μπουμπουκια στς κερασιες μολις ανοιξαν

 

P1130293

παρ’ ολα αυτα ο κοσμος ειχε κατεβει στο παρκο να χαρει μια μεγαλειωδη ηλιολουστη ημερα

και για οσους αγαπουν την ποιηση, ενα αγαπημενο του Ουωλτ Ουιτμαν:

THESE, I, singing in spring, collect for lovers,
(For who but I should understand lovers, and all their sorrow and joy?
And who but I should be the poet of comrades?)
Collecting, I traverse the garden, the world—but soon I pass the gates,
Now along the pond-side—now wading in a little, fearing not the wet,
Now by the post-and-rail fences, where the old stones thrown there, pick’d from the fields, have accumulated,
(Wild-flowers and vines and weeds come up through the stones, and partly cover them—Beyond these I pass,)
Far, far in the forest, before I think where I go,
Solitary, smelling the earthy smell, stopping now and then in the silence,
Alone I had thought—yet soon a troop gathers around me,
Some walk by my side, and some behind, and some embrace my arms or neck,
They, the spirits of dear friends, dead or alive—thicker they come, a great crowd, and I in the middle,
Collecting, dispensing, singing in spring, there I wander with them,
Plucking something for tokens—tossing toward whoever is near me;
Here! lilac, with a branch of pine,
Here, out of my pocket, some moss which I pull’d off a live-oak in Florida, as it hung trailing down,
Here, some pinks and laurel leaves, and a handful of sage,
And here what I now draw from the water, wading in the pondside,
(O here I last saw him that tenderly loves me—and returns again, never to separate from me,
And this, O this shall henceforth be the token of comrades—this Calamus-root shall,
Interchange it, youths, with each other! Let none render it back!)
And twigs of maple, and a bunch of wild orange, and chestnut,
And stems of currants, and plum-blows, and the aromatic cedar:
These, I, compass’d around by a thick cloud of spirits,
Wandering, point to, or touch as I pass, or throw them loosely from me,
Indicating to each one what he shall have—giving something to each;
But what I drew from the water by the pond-side, that I reserve,
I will give of it—but only to them that love, as I myself am capable of loving.

Walt Whitman , Φυλλα Χλοης, 1900

P1130287

περιπατητες γυρω απο το Tidal Basin. Στο βαθος λαμπερο το Jefferson Memorial.

 

Σας φιλω γλυκα.

το κηπακι

σινδονια

Ξαφνιάστηκα με ενα “ping” στο iPad πρωι πρωι. Ήταν ενα συγκινητικό μήνυμα στο inbox του Facebook σταλμένο απο μια φιλη κυρια που μένει τωρα με την κορούλα της στο πατρικό μου. Εκει που έμενε παλια η μαμα. Παραλείποντας ονόματα που δεν έχουν καμια σημασία αντιγράφω το μήνυμα.

“Αγαπημένη Δέσποινα σήμερα άνθισε το πρώτο λουλουδάκι της αβοκαντιάς στον κήπο, οι λεμονιές ανθίζουν εδώ και 10 ημέρες, η μανταρινιά προχθές, η σαγκουινιά δεν έχει αποφασίσει ακόμη. Φυτέψαμε ίριδες, ανεμώνες, φρέζιες, γλαδιόλες, ντάλιες και μόλις έσκασαν τα βλασταράκια τους. Πολύ τα αγαπάμε αυτά τα δέντρα και όσα φυτέψαμε και κάθε μέρα τα παρατηρούμε και τους στέλνουμε την αγάπη.”

Ο κήπος στο πατρικό μου ήταν στα νιάτα του πανέμορφος. Μπροστα ειχε γκαζόν και παράλληλα με το πεζοδρόμιο, φουντωτα λιγουστρα. Η μαμα ειχε φυτέψει κατα μήκος της προσοψης πολλές τριανταφυλλιές και ήξερε και τα ονόματα των ποικιλιών. Ήταν ονόματα περίεργα τοπονυμιων η ωραίων γυναικών που δεν τα θυμάμαι πια. Στα μεσα του Απρίλη άνθιζανε οι τριανταφυλλιές και μοσχοβολουσε η γειτονια. Ήταν τόσο όμορφες που δεν γλύτωναν τις βραδυνες επιδρομές απο περαστικούς που τις ρημαζανε. Ολόκληρα κλαδιά κατέβαζαν. Η μαμα ειχε πει, θα τους βάλω ενα κλαδευτήρι, τουλάχιστο να μην τις ξεμασχαλιαζουν.

Στο πλάι του σπιτιού είχαμε μια τσιντονια που την ανοιξη γινοταν κατακόκκινη.

Στο πισω μερος του σπιτιού υπήρχε ενα πλακόστρωτο και γυρω γυρω παρτερια. Εκει φυτεύτηκαν οπωροφορα. Οι λεμονιές υπάρχουν ακόμα και σημερα σαράντα χρονια και βάλε. Ήταν διάφορες, ολο το χρονο κόβαμε λεμόνια!

Στα παρτερια η μαμα φυτευε λουλούδια, φτέρες και πρασιναδες, διαφορα κατα καιρούς. Της αρεσε η κηπουρική και ειχε φιαξει ενα τροπικο δασακι εκει πισω. Την δεκαετία του 60 φύτρωσε μονη της μια τζανερια που θεριεψε κι έφτασε στο μπαλκόνι του επάνω ορόφου. Τα καλοκαίρια ήταν κατάφορη απο τζανερα. Κόβαμε, πλεναμε και είχαμε το πιο νόστιμο φρούτο.

Την δεκαετία του 80 φύτρωσε μόνο του ενα δέντρο άβοκαντο. Αυτο κι αν θεριεψε. Ακόμα και σημερα βγάζει καρπούς, μα ειναι δύσκολο να τους φτάσει κανεις.

Στο πλακόστρωτο έφεραν μια κούνια fer forge’ για μας τα κοριτσάκια. Η Τίνα την χρησιμοποιούσε σαν μονόζυγο. Παντα κρεμασμένη απο τα πόδια ανάποδα ήταν με το κεφαλι να αιωρείται στο κενό. Λαχταρούσε η μαμα και την έλεγε, το παιδι μου ο Τιραμολας. Εκει μεγαλώσαμε δυο χελωνιτσες που τις είχαμε φέρει απο κατι εκδρομές. Τον Τσικο και τον Τσίλι. Ειχαν εξοικειωθεί και έτρωγαν ντοματες απο τα χεράκια της Τινας χωρις να χωνονται στο καβούκι τους μόλις μας έβλεπαν.

Η μαμα ειχε φιαξει όμορφο και το μπαλκόνι της κουζίνας της που ήταν αρκετα μεγάλο κατα μήκος του σπιτιού. Ειχε παντα γλάστρες με κακτους, δενδροφυλλα, βασιλικους, αρμπαροριζες και αλλα αρωματικά. Αυτο το μπαλκόνι το τόσο ευωδιαστο, ήταν για μενα το … καλοκαιρινό μου γραφείο. Στο βάθος του μπαλκονιού ειχα βγάλει ενα τραπεζάκι κι εκει διάβαζα. Αυτή η γωνία με φιλοξένησε νύχτες αξημερωτες το καλοκαιρι που έδινα εισαγωγικές. Προστατευμενη απο μια πράσινη τεντα απο τον καιρο, με τα αρώματα απο τις γλάστρες, με το ποτήρι του νες καφε, και το φως του γραφείου μου που ειχα μεταφέρει εξω, με έβρισκε το πρωι, πάνω απο την οργανική χημεία που μισούσα η την γεωμετρία που λάτρευα.

Κι εκανα ενα ετσι και χαιδευα τον βασιλικό και γέμιζε ο αέρας ευωδίες.

Αργοτερα οταν γυριζα τα καλοκαίρια η μαμα μου ειχε παντα μια γλάστρα με βασιλικό. Εκει τρώγαμε μαζι πρωινό. Το τραπεζάκι μου τωρα ειχε ενα λουλουδενιο τραπεζομάντηλο. Εγω καφε με γάλα κι εκεινη γάλα με καφε – πως το πίνεις αυτο το μαυροζουμι; απορουσε καθε μα καθε φορα! -

Σε πείσμα των καιρών, το κηπάκι εξακολουθεί να ειναι μυρωδατο και να αγαπιέται! Σε πείσμα των δεκαετιών, η λεμόνια εξακολουθεί να δίνει. Σε πείσμα που νικά το χρονο, αλλα κοριτσάκια μεγαλώνουν στο κηπάκι μου!

Σας φιλω γλυκα.

The last storm

20140317-113054.jpg

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει (*)

Μας βρήκε όμως. Ο Μαρτης δεν καταλαβαίνει απο παρακάλια. Τι τον υποδεχτήκαμε με άσπρες και κόκκινες κλωστιτσες, τι ξόρκια είπαμε, χαμπάρι δεν πήρε. Εδω και δυο μηνες, σχεδον κάθε Δευτέρα ανοίγουν οι ουρανοί και αρχίζει ο χορός των νιφάδων. Ετσι και σημερα, μάθαμε πια, εγινε … της μαρμοτας το κάγκελο. Μου καταπλάκωσε και τους κρόκους που μόλις άνθισαν.

Επειδη όμως ειμαι αισιόδοξη, πιστεύω οτι τελείωσε το πανηγύρι. Απο την τελευταια χιονοθύελλα της χρονιάς, φέρνω ενθύμια. Περιμένω Απρίλη ξανθό και Μαη μυρωδατο.

20140317-112944.jpg

20140317-113024.jpg

20140317-113111.jpg

20140317-113126.jpg

20140317-113156.jpg

20140317-113213.jpg

20140317-113225.jpg

Σας φιλω γλυκα.

(*) απο το ποίημα του Οδυσσέα Ελυτη.

μουτη μου σε λεπω

20140315-100008.jpg
Γεννηθηκε στην Σμυρνη το 1888.  Ηταν ο  μεγαλυτερος απο τα τρια αγορια  της Δαφνης και του Ιωαννη Δρακουλη.   Μεγαλωσε στην περιοχη της Αγιας Φωτεινης και σπουδασε στην Ευαγγελικη σχολη της Σμυρνης. Δεν μιλουσε ποτε για τα παιδικα του χρονια.   Ποτε δεν καταλαβα γιατι,  ηταν κοινωνικωτατος και μιλουσε για πολλα αλλα πραγματα.

Το 1900, ηρθε στην Αθηνα με εναν απο  τους μικροτερους αδελφους του, τον Μεντορα.  Ο αλλος του αδελφος ο Ριχαρδος εφυγε για την Ρουμανια και δεν τον ξαναειδαν ποτε πια. Ασχοληθηκε με το εμποριο ζαχαρωδων προιοντων και ανοιξε μαζι με καποιον αλλο συνεταιρο ,  ενα εργοστασιο στον Πειραια.

Γνωρισε και παντρευτηκε την Δεσποινα Παυλιδου. δωδεκα χρονια μικροτερη του.  Μια ωραια Αθηναια δεσποσυνη που γεννηθηκε στην Πλακα και πηγαινε στην σχολη Χιλλ.  Μαζι εκαναν πεντε παιδια,  δυο αγορια και τρια κοριτσια. Μετακομισαν απο την Δεξαμενη στα Πατησια στην ασπρη βιλλα ακριβως απεναντι απο την κοκκινη του Κλωναριδη – ιδιοκτησια του Εμμανουηλ Παυλιδη-.

Μετα ηρθαν οι δυσκολιες.   Καποιο καραβι που μετεφερε μια μεγαλη παραγγελια ζαχαρης βουλιαξε και ετσι χαθηκαν ολα.  Δεν το εβαλε κατω.  Αρχισε απο την αρχη.  Ανοιξε  μια βιομηχανια φλαντζων και  ειχε πολλους πελατες.  Μετα ηρθε ο πολεμος και η κατοχη.  Η Δεσποινα δεν αντεξε την οικονομικη καταστροφη και πεθανε στα 48 της χρονια με το μαραζι πως θα παντρεψει τρεις κορες χωρις προικα.

Κανενας ομως δεν χαθηκε,  μονο η Δεσποινα.  Τα παιδια μεγαλωσαν, σπουδασαν και καλοπαντρευτηκαν.  Εκεινος,  την ειχε αγαπησει πολυ και για χρονια φοραγε το μαυρο περιβραχιονιο και παντα μαυρη γραβατα.

Αργοτερα ηρθα εγω στη ζωη.   Παιδι της δευτερης κορης του της Δαφνης, σε αυτο το ιδιο σπιτι στα Πατησια.  Μου εδωσαν το ονομα της γιαγιας της Δεσποινας, και ημουν  η αγαπημενη του εγγονη.  Ζησαμε μαζι δεκατεσσερα χρονια.  Αυτα τα δεκατεσσερα χρονια, ηταν απο  τα πιο ομορφα χρονια της ζωης μου.  Το παιδι και τα ματια σου Δαφνη, της ελεγε  Μολις εμαθα να περπαταω, με επαιρνε μαζι του παντου. Ντυνοταν κομψα, παντα με την μαυρη γραβατα και μοσχοβολουσε κολωνια.  Την ανοιξη φορουσε κι ενα μενεξε στο πετο του σακκακιου.  Δεν τον ειχα δει ουτε μια φορα να βγαινει απο το δωματιο του ατημελητος.

Πηγαιναμε στα τσαγια του φιλανθρωπικου συλλογου στην Νεα Φιλαδελφεια, για παγωτο στου Κανακη, στο θεατρο, στο Σινεακ,  για ψωνια για περιπατους.  Εκεινος με πηγε στα μπαλεττα Μπολσοϊ οταν ηρθαν στην Αθηνα και μαγευτηκα. Ηταν ομορφος, γελαστος με καταγαλανα ματια,  και με φωναζε “μπουλου”  .   Αγορασε ενα σωρο ξυλινες παιδικες κρεμαστρες για τα ρουχαλακια μου, και εγραψε απανω με καλλιγραφια, το ονομα μου σε διαφορες παραλλαγες. Μπουλου, μπουληθρα, μπουληθρονα, μπουλσοσονα ..

Τα Σαββατα αγοραζε ενα παιδικο βιβλιο, που το διαβαζε πρωτα, και τις Κυριακες τα πρωϊνα πηγαινα κοντα του και μου ελεγε την ιστορια, χωρις το βιβλιο.  Οταν πηγα στο σχολειο,  ηταν εκεινος που μου αγοραζε  κασσετινα και τσαντα.  Πηγαιναμε στο βιβλιοπωλειο του Πετρου Πατσιλινακου -Πανεπιστημιου διπλα στο Αρσακειο Μεγαρο  κι εκει ψωνιζαμε.   Μετα πηγαιναμε για ρυζογαλο σε μια στενη στοα στην Ομονοια.

Καθε μερα μου εδινε ενα σνακ για το σχολειο.  Συνηθως ηταν σοκολατα γκοφρεττα, αλλοτε οταν εβρισκε κατι καινουργιο στην αγορα το εφερνε κι αυτο,  σοκολατα μπιτερ, κροκαν,  με γεμιση φραουλας, και παντα μου ελεγε, η σοκολατα κανει καλο, αλλα μη τρως ποτε καραμελλες αστακου.  Εκεινος ηξερε τι παλιοζαχαρες ειχαν.  Απο τις γκοφρεττες μαζευα τα χαρτακια,  σημαιες, ηρωες του ’21 και παραδοσιακες στολες.  Μαζι αρχισαμε να φιαχνουμε αλμπουμ.  Μια σημαια μας ελειπε και ειχαμε τρελλαθει να την βρουμε.  Πηγε και αγορασε ολοκληρο το κουτι χονδρικη στην αγορα. Σαν μικρο παιδι κι εκεινος μαζι μου ανοιγε τις γκοφρεττες μηπως και βρουμε την σημαια.  Δεν την βρηκαμε.  Αλλαξαμε σοκολατα!

Οταν μετακομισαμε απο την οδο  Πατησιων στην οδο Ροσταν,  διατηρησε την επιχειρηση του επι της Πατησιων.  Κατεβαινα με την σακκα μου το πρωι, περνουσα απο το γραφειο του κι εκεινος στη συνεχεια με περνουσε τον δρομο απεναντι και περιμεναμε μαζι το πουλμαν του Αρσακειου.  Μου αρεσε το γραφειο του .  Ειχε δερματινο χαρτοφυλακα επανω, μελανοδοχειο, ωραια χαρτια, εγραφε με πενα και διπλα ειχε και στυποχαρτο.  Μου αρεσε η μυρωδια του φελλου και του αμιαντου.  Μου αρεσαν τα μηχανηματα που εκοβαν τις φλαντζες.  Ιδιαιτερη αδυναμα ειχα σε μικρες ροδελλες που τις εβαζα στο ματι και τον κοιτουσα απο την τρυπα.

Μουτη μου σε λεπω – δωστη μου να σε βλεπω.

Απο τοτε που ηρθε απο την Σμυρνη το 1918, δεν ειχε ξαναμπει σε καραβι.  Μπηκε ακομα μια φορα για χατηρι μου, να με δει στην Αλλονησο που παραθερισαμε τρεις μηνες ενα καλοκαιρι.

Διαβαζε πολυ,  επαιρνε συνδρομητικα περιοδικα απο την Ελληνικη κοινοτητα της Σμυρνης – τα χρονικα του Μπουτζα –  εφερνε καθε μερα δυο εφημεριδες,  και το περιοδικο Εικονες. Μετα ηρθε η εποχη που ηταν μοδα οι εγκυκλοπαιδειες σε τευχη και μου αγοραζε την “Δομη” και την μαγειρικη της Χρυσας Παραδειση.   Διαβαζε λογοτεχνια και παρακολουθουσε καθε μερα τις ειδησεις.  Πηγαινε σε εκθεσεις και κουβαλουσε παντα κατι καινουργιο για  διαβασμα.  Κρατησα με αγαπη τα σχολικα του βιβλια απο την Ευαγγελικη σχολη που προφανως ταξιδεψαν απο εκει μαζι του και αρκετα λογοτεχνικα βιβλια.  Τα απαντα του Σουρη, του Ξενοπουλου, τον Λουκη Λαρα, την Αιολικη γη του Βενεζη και πολλα ακομα. Μου αρεσε να σκαλιζω την βιβλιοθηκη που ειχε στο δωματιο του.  Εκεινος μου εκανε δωρο το πρωτο μου πικ-απ και τους πρωτους δισκους σαρανταπεντε στροφων.  Λουις Αρμστρονγκ και Ντορις Ντεη.  Θεοφραστο Σακελλαριδη και Αττικ.  Μετα απο μακροσκελη συζητηση εμαθε για τους Μπητλς και τους Ρολινγκ Στοουνς και ηρθαμε πιο κοντα ..μουσικα.

Καθε Σεπτεμβρη ανεβαινε στην εκθεση της Θεσσαλονικης για τις δουλειες του.  Ηθελα να παω μαζι του μια φορα αλλα δεν προλαβα.

Ηταν ο πιο πραος ανθρωπος του κοσμου.  Δεν τον ακουσα ποτε να φωναζει, να οργιζεται, να θυμωνει. Εκτος απο μια. Πλησιαζα στο γραφειο του ενα πρωι πριν παω στη σταση του σχολικου, οταν καποιος στο πεζοδρομιο αρχισε να ασχημονει και να μου επιτιθεται. Εβαλα τις φωνες κι εκεινος μολις με ακουσε πεταχτηκε εξω και ποιος ειδε τον Θεο και δεν τον φοβηθηκε.  Ηταν ηδη περασμενα εβδομηντα.

Ολα αυτα τα χρονια δεν εμεινε ουτε μια μερα στο σπιτι.  Τις καθημερινες πηγαινε στο εργαστηριο η για δουλειες κατω στην Αθηνα, και τα Σαββατοκυρικα ειχε του κοσμου τις κοινωνικες υποχρεωσεις.  Στα τραπεζια που τον εκαναν πελατες του,  επαιρνε κι εμενα μαζι του. ” Θα φερω και την Μπουλου”.  Οταν καποιος πελατης του ζητησε να βαφτισει την κορη του,  εκεινος του ειπε: ” Εγω ειμαι  πολυ μεγαλος τωρα θα το βαφτισει η Μπουλου”.  Ετσι εγινα νονα στα οχτω μου χρονια σε μια Σμαραγδα που δεν ξαναειδα ποτε. Δεν πηγε ουτε μια φορα σε καφενειο να πιει καφε η κατι αλλο.  Δεν τον ειδα ουτε μια φορα να καθεται.  Το πρωτο καρδιακο επεισοδειο ηρθε καθ’ οδον προς τη δουλεια του ενα πρωι του Μαρτη.  Εζησε λιγες ημερες ακομα.

Δυο ημερες πριν τον χασουμε για παντα με φωναξε κοντα του και μου μιλουσε για την πολιτικη κατασταση της Ελλαδας, τι πρεπει να προσεξω οταν θα μεγαλωνα. Σαν να μιλουσε σε καποιο φιλο του. Αφηνε την παρακαταθηκη των αποψεων του -που ακομα και σημερα σεβομαι και εκτιμω – στην αγαπημενη του Μπουλου.

Την ημερα του θανατου του  μας πηγαν ολα τα παιδια στο σπιτι του μεγαλου του γιου.  Σαν παιδια αρχισαμε να παιζουμε και να γελαμε οταν ο θειος μας ανακοινωσε οτι εκεινος πεθανε.  Παγωσαμε, κανενα απο μας δεν ηθελε να το πιστεψει.  Θυμηθηκαμε εκεινα τα τραπεζια που μας εκανε ολα τα εγγονια του τα καλοκαιρια στην ταβερνα “Κληματαρια” στην Κυπριαδου.  Βγαζαμε και φωτογραφιες. Απο κατω γραφαμε και λεζαντες. ” Λοχος μικτος υποβαλλει τα σεβη του!”.  Στο κεφαλι του τραπεζιου καθοταν επιβλητικα παντα εκεινος. Γελαστος με τα γαλανα του ματια να μας καμαρωνει.

Ηταν ο μοναδικος και αγαπημενος  παπους μου ο Ροδολφος.