magnolia peak, April 12, 2014

20140412-133211.jpg

Ειναι μια ομορφια που κρατα μονο λιγες ημερες.  Ειναι τα τρια δεντρα στον κηπο μου που περιμενω με λαχταρα καθε χρονο να ανοιξουν τα μπουμπουκια τους.  Ολο το χρονο στεκονται κοντα κοντα,  και μαζι βλεπουν τις τεσσερεις εποχες να εναλλασονται. Ποτε καταφορτα με πρασινα φυλλα, ποτε με γυμνα κλαδια, ποτε  φορτωμενα χιονι.  Τον Απριλη ομως φορουν την πιο ομορφη φορεσια τους.  Εντονο ροζ που οσο το ανθος ανοιγει ασπριζει.  Η εξελιξη στις φωτογραφιες κρατησε τεσσερεις ημερες.  Σημερα Σαββατο 12 Απριλιου  τα λουλουδια λαμπουν ολανοιχτα κατω απο τον ηλιο του Μερυλαντ. Και οπως ολα τα αλλα χρονια σε δυο τρεις ημερες τα πεταλα θα αρχισουν να πεφτουν δινοντας την θεση τους σε μικροσκοπικα φυλλαρακια.  Μια εβδομαδα το πολυ κρατα αυτη η ομορφια.  Και ο κυκλος της ζωης των τριων δενδρων συνεχιζεται.

20140412-133153.jpg
20140412-133314.jpg

 

20140412-133546.jpg

Σας φιλω γλυκα.

almost cherry blossoms – Washington DC

 


P1130317

Το ηξερα -γιατι ειχα ενημερωθει απο το δελτιο μπουμπουκιασματος των κερασιων – οτι τα μπουμπουκια ειχαν μολις ανοιξει.  Ηξερα οτι δεν θα εβλεπα το εκτυφλωτικο ροζ σε ολο του το φασμα.  Το κορυφωμα της ανθησης εχει ημερομηνια μεταξυ 8-12 του Απριλη.

Ομως την επομενη εβδομαδα λογω ανειλημμενων φιν φον υποχρεωσεων,  δεν θα μπορουσα να παω για το ετησιο προσκυνημα.  Ακομα και αν δεν σταματησωω – γιατι το παρκιν ειναι προβλημα παντα τετοιες μερες στην ” πρωτευουσα ” –  μια βολτα – η δυο – γυρω απο το Tidal Basin και την Mall θα την κανω.

Ετσι και χθες,  Ηταν μια μερα να την πιεις στο ποτηρι.  Τα λευκα κτιρια της πολης ελαμπαν.  Και σαν τα πιο υπεροχα αξεσουαρ της ανοιξης, λουλουδιασμενα δεντρα παντου.  Παρ’ ολο που η Ουασινγτων ειναι ελαχιστα πιο νοτια απο μας,  εδω οι Θιβετιανες μανολιες ηταν ηδη μπουμπουκιασμενες εξω απο το Smithsonian.  Συντομα θα φερω περισσοτερες φωτογραφιες.  Αν θελει καποιος να δει τις κερασιες ολανθιστες τον παραπεμπω σε παλιοτερες δημοσιευσεις,  εδω   και   εδω !

Να λοιπον τι  ειδα χθες:

P1130310

dogwood

P1130297

σε αναμονη

P1130298

τα μπουμπουκια στς κερασιες μολις ανοιξαν

 

P1130293

παρ’ ολα αυτα ο κοσμος ειχε κατεβει στο παρκο να χαρει μια μεγαλειωδη ηλιολουστη ημερα

και για οσους αγαπουν την ποιηση, ενα αγαπημενο του Ουωλτ Ουιτμαν:

THESE, I, singing in spring, collect for lovers,
(For who but I should understand lovers, and all their sorrow and joy?
And who but I should be the poet of comrades?)
Collecting, I traverse the garden, the world—but soon I pass the gates,
Now along the pond-side—now wading in a little, fearing not the wet,
Now by the post-and-rail fences, where the old stones thrown there, pick’d from the fields, have accumulated,
(Wild-flowers and vines and weeds come up through the stones, and partly cover them—Beyond these I pass,)
Far, far in the forest, before I think where I go,
Solitary, smelling the earthy smell, stopping now and then in the silence,
Alone I had thought—yet soon a troop gathers around me,
Some walk by my side, and some behind, and some embrace my arms or neck,
They, the spirits of dear friends, dead or alive—thicker they come, a great crowd, and I in the middle,
Collecting, dispensing, singing in spring, there I wander with them,
Plucking something for tokens—tossing toward whoever is near me;
Here! lilac, with a branch of pine,
Here, out of my pocket, some moss which I pull’d off a live-oak in Florida, as it hung trailing down,
Here, some pinks and laurel leaves, and a handful of sage,
And here what I now draw from the water, wading in the pondside,
(O here I last saw him that tenderly loves me—and returns again, never to separate from me,
And this, O this shall henceforth be the token of comrades—this Calamus-root shall,
Interchange it, youths, with each other! Let none render it back!)
And twigs of maple, and a bunch of wild orange, and chestnut,
And stems of currants, and plum-blows, and the aromatic cedar:
These, I, compass’d around by a thick cloud of spirits,
Wandering, point to, or touch as I pass, or throw them loosely from me,
Indicating to each one what he shall have—giving something to each;
But what I drew from the water by the pond-side, that I reserve,
I will give of it—but only to them that love, as I myself am capable of loving.

Walt Whitman , Φυλλα Χλοης, 1900

P1130287

περιπατητες γυρω απο το Tidal Basin. Στο βαθος λαμπερο το Jefferson Memorial.

 

Σας φιλω γλυκα.

το κηπακι

σινδονια

Ξαφνιάστηκα με ενα “ping” στο iPad πρωι πρωι. Ήταν ενα συγκινητικό μήνυμα στο inbox του Facebook σταλμένο απο μια φιλη κυρια που μένει τωρα με την κορούλα της στο πατρικό μου. Εκει που έμενε παλια η μαμα. Παραλείποντας ονόματα που δεν έχουν καμια σημασία αντιγράφω το μήνυμα.

“Αγαπημένη Δέσποινα σήμερα άνθισε το πρώτο λουλουδάκι της αβοκαντιάς στον κήπο, οι λεμονιές ανθίζουν εδώ και 10 ημέρες, η μανταρινιά προχθές, η σαγκουινιά δεν έχει αποφασίσει ακόμη. Φυτέψαμε ίριδες, ανεμώνες, φρέζιες, γλαδιόλες, ντάλιες και μόλις έσκασαν τα βλασταράκια τους. Πολύ τα αγαπάμε αυτά τα δέντρα και όσα φυτέψαμε και κάθε μέρα τα παρατηρούμε και τους στέλνουμε την αγάπη.”

Ο κήπος στο πατρικό μου ήταν στα νιάτα του πανέμορφος. Μπροστα ειχε γκαζόν και παράλληλα με το πεζοδρόμιο, φουντωτα λιγουστρα. Η μαμα ειχε φυτέψει κατα μήκος της προσοψης πολλές τριανταφυλλιές και ήξερε και τα ονόματα των ποικιλιών. Ήταν ονόματα περίεργα τοπονυμιων η ωραίων γυναικών που δεν τα θυμάμαι πια. Στα μεσα του Απρίλη άνθιζανε οι τριανταφυλλιές και μοσχοβολουσε η γειτονια. Ήταν τόσο όμορφες που δεν γλύτωναν τις βραδυνες επιδρομές απο περαστικούς που τις ρημαζανε. Ολόκληρα κλαδιά κατέβαζαν. Η μαμα ειχε πει, θα τους βάλω ενα κλαδευτήρι, τουλάχιστο να μην τις ξεμασχαλιαζουν.

Στο πλάι του σπιτιού είχαμε μια τσιντονια που την ανοιξη γινοταν κατακόκκινη.

Στο πισω μερος του σπιτιού υπήρχε ενα πλακόστρωτο και γυρω γυρω παρτερια. Εκει φυτεύτηκαν οπωροφορα. Οι λεμονιές υπάρχουν ακόμα και σημερα σαράντα χρονια και βάλε. Ήταν διάφορες, ολο το χρονο κόβαμε λεμόνια!

Στα παρτερια η μαμα φυτευε λουλούδια, φτέρες και πρασιναδες, διαφορα κατα καιρούς. Της αρεσε η κηπουρική και ειχε φιαξει ενα τροπικο δασακι εκει πισω. Την δεκαετία του 60 φύτρωσε μονη της μια τζανερια που θεριεψε κι έφτασε στο μπαλκόνι του επάνω ορόφου. Τα καλοκαίρια ήταν κατάφορη απο τζανερα. Κόβαμε, πλεναμε και είχαμε το πιο νόστιμο φρούτο.

Την δεκαετία του 80 φύτρωσε μόνο του ενα δέντρο άβοκαντο. Αυτο κι αν θεριεψε. Ακόμα και σημερα βγάζει καρπούς, μα ειναι δύσκολο να τους φτάσει κανεις.

Στο πλακόστρωτο έφεραν μια κούνια fer forge’ για μας τα κοριτσάκια. Η Τίνα την χρησιμοποιούσε σαν μονόζυγο. Παντα κρεμασμένη απο τα πόδια ανάποδα ήταν με το κεφαλι να αιωρείται στο κενό. Λαχταρούσε η μαμα και την έλεγε, το παιδι μου ο Τιραμολας. Εκει μεγαλώσαμε δυο χελωνιτσες που τις είχαμε φέρει απο κατι εκδρομές. Τον Τσικο και τον Τσίλι. Ειχαν εξοικειωθεί και έτρωγαν ντοματες απο τα χεράκια της Τινας χωρις να χωνονται στο καβούκι τους μόλις μας έβλεπαν.

Η μαμα ειχε φιαξει όμορφο και το μπαλκόνι της κουζίνας της που ήταν αρκετα μεγάλο κατα μήκος του σπιτιού. Ειχε παντα γλάστρες με κακτους, δενδροφυλλα, βασιλικους, αρμπαροριζες και αλλα αρωματικά. Αυτο το μπαλκόνι το τόσο ευωδιαστο, ήταν για μενα το … καλοκαιρινό μου γραφείο. Στο βάθος του μπαλκονιού ειχα βγάλει ενα τραπεζάκι κι εκει διάβαζα. Αυτή η γωνία με φιλοξένησε νύχτες αξημερωτες το καλοκαιρι που έδινα εισαγωγικές. Προστατευμενη απο μια πράσινη τεντα απο τον καιρο, με τα αρώματα απο τις γλάστρες, με το ποτήρι του νες καφε, και το φως του γραφείου μου που ειχα μεταφέρει εξω, με έβρισκε το πρωι, πάνω απο την οργανική χημεία που μισούσα η την γεωμετρία που λάτρευα.

Κι εκανα ενα ετσι και χαιδευα τον βασιλικό και γέμιζε ο αέρας ευωδίες.

Αργοτερα οταν γυριζα τα καλοκαίρια η μαμα μου ειχε παντα μια γλάστρα με βασιλικό. Εκει τρώγαμε μαζι πρωινό. Το τραπεζάκι μου τωρα ειχε ενα λουλουδενιο τραπεζομάντηλο. Εγω καφε με γάλα κι εκεινη γάλα με καφε – πως το πίνεις αυτο το μαυροζουμι; απορουσε καθε μα καθε φορα! -

Σε πείσμα των καιρών, το κηπάκι εξακολουθεί να ειναι μυρωδατο και να αγαπιέται! Σε πείσμα των δεκαετιών, η λεμόνια εξακολουθεί να δίνει. Σε πείσμα που νικά το χρονο, αλλα κοριτσάκια μεγαλώνουν στο κηπάκι μου!

Σας φιλω γλυκα.

The last storm

20140317-113054.jpg

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει (*)

Μας βρήκε όμως. Ο Μαρτης δεν καταλαβαίνει απο παρακάλια. Τι τον υποδεχτήκαμε με άσπρες και κόκκινες κλωστιτσες, τι ξόρκια είπαμε, χαμπάρι δεν πήρε. Εδω και δυο μηνες, σχεδον κάθε Δευτέρα ανοίγουν οι ουρανοί και αρχίζει ο χορός των νιφάδων. Ετσι και σημερα, μάθαμε πια, εγινε … της μαρμοτας το κάγκελο. Μου καταπλάκωσε και τους κρόκους που μόλις άνθισαν.

Επειδη όμως ειμαι αισιόδοξη, πιστεύω οτι τελείωσε το πανηγύρι. Απο την τελευταια χιονοθύελλα της χρονιάς, φέρνω ενθύμια. Περιμένω Απρίλη ξανθό και Μαη μυρωδατο.

20140317-112944.jpg

20140317-113024.jpg

20140317-113111.jpg

20140317-113126.jpg

20140317-113156.jpg

20140317-113213.jpg

20140317-113225.jpg

Σας φιλω γλυκα.

(*) απο το ποίημα του Οδυσσέα Ελυτη.

μουτη μου σε λεπω

20140315-100008.jpg
Γεννηθηκε στην Σμυρνη το 1888.  Ηταν ο  μεγαλυτερος απο τα τρια αγορια  της Δαφνης και του Ιωαννη Δρακουλη.   Μεγαλωσε στην περιοχη της Αγιας Φωτεινης και σπουδασε στην Ευαγγελικη σχολη της Σμυρνης. Δεν μιλουσε ποτε για τα παιδικα του χρονια.   Ποτε δεν καταλαβα γιατι,  ηταν κοινωνικωτατος και μιλουσε για πολλα αλλα πραγματα.

Το 1900, ηρθε στην Αθηνα με εναν απο  τους μικροτερους αδελφους του, τον Μεντορα.  Ο αλλος του αδελφος ο Ριχαρδος εφυγε για την Ρουμανια και δεν τον ξαναειδαν ποτε πια. Ασχοληθηκε με το εμποριο ζαχαρωδων προιοντων και ανοιξε μαζι με καποιον αλλο συνεταιρο ,  ενα εργοστασιο στον Πειραια.

Γνωρισε και παντρευτηκε την Δεσποινα Παυλιδου. δωδεκα χρονια μικροτερη του.  Μια ωραια Αθηναια δεσποσυνη που γεννηθηκε στην Πλακα και πηγαινε στην σχολη Χιλλ.  Μαζι εκαναν πεντε παιδια,  δυο αγορια και τρια κοριτσια. Μετακομισαν απο την Δεξαμενη στα Πατησια στην ασπρη βιλλα ακριβως απεναντι απο την κοκκινη του Κλωναριδη – ιδιοκτησια του Εμμανουηλ Παυλιδη-.

Μετα ηρθαν οι δυσκολιες.   Καποιο καραβι που μετεφερε μια μεγαλη παραγγελια ζαχαρης βουλιαξε και ετσι χαθηκαν ολα.  Δεν το εβαλε κατω.  Αρχισε απο την αρχη.  Ανοιξε  μια βιομηχανια φλαντζων και  ειχε πολλους πελατες.  Μετα ηρθε ο πολεμος και η κατοχη.  Η Δεσποινα δεν αντεξε την οικονομικη καταστροφη και πεθανε στα 48 της χρονια με το μαραζι πως θα παντρεψει τρεις κορες χωρις προικα.

Κανενας ομως δεν χαθηκε,  μονο η Δεσποινα.  Τα παιδια μεγαλωσαν, σπουδασαν και καλοπαντρευτηκαν.  Εκεινος,  την ειχε αγαπησει πολυ και για χρονια φοραγε το μαυρο περιβραχιονιο και παντα μαυρη γραβατα.

Αργοτερα ηρθα εγω στη ζωη.   Παιδι της δευτερης κορης του της Δαφνης, σε αυτο το ιδιο σπιτι στα Πατησια.  Μου εδωσαν το ονομα της γιαγιας της Δεσποινας, και ημουν  η αγαπημενη του εγγονη.  Ζησαμε μαζι δεκατεσσερα χρονια.  Αυτα τα δεκατεσσερα χρονια, ηταν απο  τα πιο ομορφα χρονια της ζωης μου.  Το παιδι και τα ματια σου Δαφνη, της ελεγε  Μολις εμαθα να περπαταω, με επαιρνε μαζι του παντου. Ντυνοταν κομψα, παντα με την μαυρη γραβατα και μοσχοβολουσε κολωνια.  Την ανοιξη φορουσε κι ενα μενεξε στο πετο του σακκακιου.  Δεν τον ειχα δει ουτε μια φορα να βγαινει απο το δωματιο του ατημελητος.

Πηγαιναμε στα τσαγια του φιλανθρωπικου συλλογου στην Νεα Φιλαδελφεια, για παγωτο στου Κανακη, στο θεατρο, στο Σινεακ,  για ψωνια για περιπατους.  Εκεινος με πηγε στα μπαλεττα Μπολσοϊ οταν ηρθαν στην Αθηνα και μαγευτηκα. Ηταν ομορφος, γελαστος με καταγαλανα ματια,  και με φωναζε “μπουλου”  .   Αγορασε ενα σωρο ξυλινες παιδικες κρεμαστρες για τα ρουχαλακια μου, και εγραψε απανω με καλλιγραφια, το ονομα μου σε διαφορες παραλλαγες. Μπουλου, μπουληθρα, μπουληθρονα, μπουλσοσονα ..

Τα Σαββατα αγοραζε ενα παιδικο βιβλιο, που το διαβαζε πρωτα, και τις Κυριακες τα πρωϊνα πηγαινα κοντα του και μου ελεγε την ιστορια, χωρις το βιβλιο.  Οταν πηγα στο σχολειο,  ηταν εκεινος που μου αγοραζε  κασσετινα και τσαντα.  Πηγαιναμε στο βιβλιοπωλειο του Πετρου Πατσιλινακου -Πανεπιστημιου διπλα στο Αρσακειο Μεγαρο  κι εκει ψωνιζαμε.   Μετα πηγαιναμε για ρυζογαλο σε μια στενη στοα στην Ομονοια.

Καθε μερα μου εδινε ενα σνακ για το σχολειο.  Συνηθως ηταν σοκολατα γκοφρεττα, αλλοτε οταν εβρισκε κατι καινουργιο στην αγορα το εφερνε κι αυτο,  σοκολατα μπιτερ, κροκαν,  με γεμιση φραουλας, και παντα μου ελεγε, η σοκολατα κανει καλο, αλλα μη τρως ποτε καραμελλες αστακου.  Εκεινος ηξερε τι παλιοζαχαρες ειχαν.  Απο τις γκοφρεττες μαζευα τα χαρτακια,  σημαιες, ηρωες του ’21 και παραδοσιακες στολες.  Μαζι αρχισαμε να φιαχνουμε αλμπουμ.  Μια σημαια μας ελειπε και ειχαμε τρελλαθει να την βρουμε.  Πηγε και αγορασε ολοκληρο το κουτι χονδρικη στην αγορα. Σαν μικρο παιδι κι εκεινος μαζι μου ανοιγε τις γκοφρεττες μηπως και βρουμε την σημαια.  Δεν την βρηκαμε.  Αλλαξαμε σοκολατα!

Οταν μετακομισαμε απο την οδο  Πατησιων στην οδο Ροσταν,  διατηρησε την επιχειρηση του επι της Πατησιων.  Κατεβαινα με την σακκα μου το πρωι, περνουσα απο το γραφειο του κι εκεινος στη συνεχεια με περνουσε τον δρομο απεναντι και περιμεναμε μαζι το πουλμαν του Αρσακειου.  Μου αρεσε το γραφειο του .  Ειχε δερματινο χαρτοφυλακα επανω, μελανοδοχειο, ωραια χαρτια, εγραφε με πενα και διπλα ειχε και στυποχαρτο.  Μου αρεσε η μυρωδια του φελλου και του αμιαντου.  Μου αρεσαν τα μηχανηματα που εκοβαν τις φλαντζες.  Ιδιαιτερη αδυναμα ειχα σε μικρες ροδελλες που τις εβαζα στο ματι και τον κοιτουσα απο την τρυπα.

Μουτη μου σε λεπω – δωστη μου να σε βλεπω.

Απο τοτε που ηρθε απο την Σμυρνη το 1918, δεν ειχε ξαναμπει σε καραβι.  Μπηκε ακομα μια φορα για χατηρι μου, να με δει στην Αλλονησο που παραθερισαμε τρεις μηνες ενα καλοκαιρι.

Διαβαζε πολυ,  επαιρνε συνδρομητικα περιοδικα απο την Ελληνικη κοινοτητα της Σμυρνης – τα χρονικα του Μπουτζα –  εφερνε καθε μερα δυο εφημεριδες,  και το περιοδικο Εικονες. Μετα ηρθε η εποχη που ηταν μοδα οι εγκυκλοπαιδειες σε τευχη και μου αγοραζε την “Δομη” και την μαγειρικη της Χρυσας Παραδειση.   Διαβαζε λογοτεχνια και παρακολουθουσε καθε μερα τις ειδησεις.  Πηγαινε σε εκθεσεις και κουβαλουσε παντα κατι καινουργιο για  διαβασμα.  Κρατησα με αγαπη τα σχολικα του βιβλια απο την Ευαγγελικη σχολη που προφανως ταξιδεψαν απο εκει μαζι του και αρκετα λογοτεχνικα βιβλια.  Τα απαντα του Σουρη, του Ξενοπουλου, τον Λουκη Λαρα, την Αιολικη γη του Βενεζη και πολλα ακομα. Μου αρεσε να σκαλιζω την βιβλιοθηκη που ειχε στο δωματιο του.  Εκεινος μου εκανε δωρο το πρωτο μου πικ-απ και τους πρωτους δισκους σαρανταπεντε στροφων.  Λουις Αρμστρονγκ και Ντορις Ντεη.  Θεοφραστο Σακελλαριδη και Αττικ.  Μετα απο μακροσκελη συζητηση εμαθε για τους Μπητλς και τους Ρολινγκ Στοουνς και ηρθαμε πιο κοντα ..μουσικα.

Καθε Σεπτεμβρη ανεβαινε στην εκθεση της Θεσσαλονικης για τις δουλειες του.  Ηθελα να παω μαζι του μια φορα αλλα δεν προλαβα.

Ηταν ο πιο πραος ανθρωπος του κοσμου.  Δεν τον ακουσα ποτε να φωναζει, να οργιζεται, να θυμωνει. Εκτος απο μια. Πλησιαζα στο γραφειο του ενα πρωι πριν παω στη σταση του σχολικου, οταν καποιος στο πεζοδρομιο αρχισε να ασχημονει και να μου επιτιθεται. Εβαλα τις φωνες κι εκεινος μολις με ακουσε πεταχτηκε εξω και ποιος ειδε τον Θεο και δεν τον φοβηθηκε.  Ηταν ηδη περασμενα εβδομηντα.

Ολα αυτα τα χρονια δεν εμεινε ουτε μια μερα στο σπιτι.  Τις καθημερινες πηγαινε στο εργαστηριο η για δουλειες κατω στην Αθηνα, και τα Σαββατοκυρικα ειχε του κοσμου τις κοινωνικες υποχρεωσεις.  Στα τραπεζια που τον εκαναν πελατες του,  επαιρνε κι εμενα μαζι του. ” Θα φερω και την Μπουλου”.  Οταν καποιος πελατης του ζητησε να βαφτισει την κορη του,  εκεινος του ειπε: ” Εγω ειμαι  πολυ μεγαλος τωρα θα το βαφτισει η Μπουλου”.  Ετσι εγινα νονα στα οχτω μου χρονια σε μια Σμαραγδα που δεν ξαναειδα ποτε. Δεν πηγε ουτε μια φορα σε καφενειο να πιει καφε η κατι αλλο.  Δεν τον ειδα ουτε μια φορα να καθεται.  Το πρωτο καρδιακο επεισοδειο ηρθε καθ’ οδον προς τη δουλεια του ενα πρωι του Μαρτη.  Εζησε λιγες ημερες ακομα.

Δυο ημερες πριν τον χασουμε για παντα με φωναξε κοντα του και μου μιλουσε για την πολιτικη κατασταση της Ελλαδας, τι πρεπει να προσεξω οταν θα μεγαλωνα. Σαν να μιλουσε σε καποιο φιλο του. Αφηνε την παρακαταθηκη των αποψεων του -που ακομα και σημερα σεβομαι και εκτιμω – στην αγαπημενη του Μπουλου.

Την ημερα του θανατου του  μας πηγαν ολα τα παιδια στο σπιτι του μεγαλου του γιου.  Σαν παιδια αρχισαμε να παιζουμε και να γελαμε οταν ο θειος μας ανακοινωσε οτι εκεινος πεθανε.  Παγωσαμε, κανενα απο μας δεν ηθελε να το πιστεψει.  Θυμηθηκαμε εκεινα τα τραπεζια που μας εκανε ολα τα εγγονια του τα καλοκαιρια στην ταβερνα “Κληματαρια” στην Κυπριαδου.  Βγαζαμε και φωτογραφιες. Απο κατω γραφαμε και λεζαντες. ” Λοχος μικτος υποβαλλει τα σεβη του!”.  Στο κεφαλι του τραπεζιου καθοταν επιβλητικα παντα εκεινος. Γελαστος με τα γαλανα του ματια να μας καμαρωνει.

Ηταν ο μοναδικος και αγαπημενος  παπους μου ο Ροδολφος.

Εκατό λογιων χαπάκια!

20140309-100022.jpg

Η φωτογραφια ειναι απο το κομοδινο μου, αφου πηρα κι εκρυψα στο ντουλαπι του μπανιου τα υπολοιπα πεντε κουτακια με διαφορα χαπια.

Σημερα θα πουμε λιγα πραγματα που δεν ειναι ισως πολυ φιν φον και θα ξεφυγουμε απο την διαθεση και το υφος  που προσπαθω να κρατω σε αυτο εδω τον χωρο.   Η διαθεση ομως ενος χωρου σαν αυτον, αντικατοπτριζει την διαθεση του γραφοντος, και πρεπει να ομολογησω οτι εδω και καιρο, προσπαθω να την κρατησω ψηλα με νυχια και με δοντια. Και συνεχιζω να προσπαθω, ισως τωρα με μεγαλυτερη επιτυχια σε σχεση με δυο μηνες πριν.

Θυμαμαι πριν απο εικοσι χρονια που ειχε ερθει η μαμα εδω στην ” πρωτευουσα ”  να περασουμε μαζι δυο μηνες τον χεομωνα. Ειχε φερει μαζι της ενα βαλιτσακι με διαφορα χαπια, τοσο πολλα που τρομαξα. Εκεινη ηξερε τι ειναι το καθενα και τα επαιρνε με ευλαβεια στην ωρα τους.  Το ενα για την μνημη, το αλλο για την χοληστερινη, το παραλλο για τις κραμπες.  Και ενω ηταν ανθρωπος με πολυ καλη υγεια γενικα,  κουβαλουσε μαζι της ενα ολοκληρο φαρμακειο.

Στην προσπαθεια μου να ξεπερασω ενα ας πουμε  αθωο προβλημα ισχυαλγιας, τον Γεναρη καπου ξεπερασα τον εαυτο μου και για να μην τα πολυλογω,  ενα μηνα πριν βρεθηκα στις πρωτες βοηθειες μη μπορωντας να σταθω στα ποδια μου.   Απο τοτε μεχρι τωρα -ναι σε ενα μηνα-  πολλα εχουν αλλαξει προς το καλυτερο και κυριως ο τροπος που αντιμετωπιζω το προβλημα μου που εκτος απο φυσιολογικο ηταν και ψυχολογικο.   Δεν θα επεκταθω σε αυτο,  γιατι ακομα προσπαθω,  ισως οταν περασουν ολα να επανελθω.

Βρεθηκα ομως ξαφνικα με εξι συνταγογραφημενα φαρμακα στο κομοδινο μου, απο μυοχαλαρωτικα, αντιφλεγμονωδη,  αναλγητικα, στεροειδη, βιταμινες, σπασμολυτικα, μεχρι και οπιωδη.   Ενενηντα χαπια σε καθε συνταγη.  Η αληθεια ειναι οτι χωρις αυτα, δεν  θα αντεχα τις δυο πρωτες μερες μετα το.. συμβαν.    Και μεσα στον πονο μου τρομαξα.  Με ποση ευκολια βρεθηκαν ολα αυτα διπλα μου!   Οποιο σε βοηθησει!  Η μεριμνα του να τα παιρνω με γνωση ποια δεν επιτρεπονται ταυτοχρονα, δικη μου. Δοκιμασε αυτο δοκιμασε κι εκεινο.  Αν εγω δεν ειχα τον ελεγχο των πραξεων μου και τη γνωση, θα μπορουσα να εκτραπω ευκολα,  και ισως αν ο γιατρος μου (για εικοσιπεντα χρονια) δεν με ηξερε ισως να μη μου τα εδινε.   Οσοι δεν εχετε βρεθει σε τετοια κατασταση, δε φανταζεστε ποσο ευκολο ειναι να εξαλειφεις τον πονο για μερικες ωρες με ενα χαπακι. Διαβασα προχθες ενα αρθρο που εβαλε μια φιλη στο φεησμπουκ για τον εθισμο στα φαρμακα, διαβασα ενα σωρο πληροφοριες για μακροχρονια ολεθρια αποτελεσματα και πατησα φρενο.

Τι εγινε σε διαστημα ενος μηνος;   Χλαρωσα και σταματησα να τρεχω σε οποιον υποσχοταν οτι εχει την θεραπεια, με εβαζε να κανω τουμπες  ,  και μου εδινε ενα φαρμακο ακομα.  Σταματησα να ακουω σε οποιον ελεγε … μπορεις κανε το,  ενω εγω δεν αισθανομουν ετοιμη να το κανω.   Βρηκα ενα ειδικο που κανει accu-pressure που με ακουει.  Ξερω οτι ειναι εναλλακτικη θεραπεια, αλλα με βοηθαει να χαλαρωνω, να μην πονω  κι αυτο για μενα ειναι σπουδαιο.  Ολα αυτα τα μυικα θελουν χρονο,  ας περνα πιο χαλαρα χωρις χαπια. Μαθαινω να ακουω το σωμα μου.  Σταματησα τα αγχολυτικα που επαιρνα για μια εβδομαδα.  Εκρυψα τα οπιωδη να μη τα βλεπω. Εκρυψα και τα υπολοιπα.   Κρατησα ενα αντιφλεγμονωδες που δεν μου προκαλει αλλα συμπτωματα αλλα κι αυτο δεν το παιρνω καθε μερα.   Παρακαλεσα για ανοιξη και ηρθε.   Κινουμαι ,  βγαινω και περπαταω, οδηγω , πηγαινω στο γραφειο, και συνηδειτα προσεχω καθε μου κινηση καθε μου σταση.   Προσεχω την διατροφη μου και αυξησα λιγο την πρωτεινη.  Ξερω παρα πολυ καλα οτι εχω ακομα προβλημα με φοβο και αγχος.  Φοβαμαι τα πισωγυρισματα σαν εκεινο πριν ενα μηνα.   Ξερω οτι ειναι θεμα χρονου να το ξεπερασω.   Πολλες φορες ομως ερχονται σε συγκρουση αυτα που θελουμε με αυτα που πρεπει και με αυτα που μας λενε να κανουμε.

Στο ταξιδι της ισορροπιας -θα το κανω εδω- θα ευχαριστησω την αγαπημενη φιλη μου Λενα που ειναι τοσο κοντα μου σε αυτη τη φαση αν και μακρυα.  Φυσικα πολλοι αλλοι εδειξαν ενδιαφερον και συμπαρασταση και τους ευχαριστω απο τα βαθη της καρδιας μου.  Την Λενα ομως την γνωρισα μεσα απο αυτο τον χωρο  πριν μερικα χρονια και οπως πολλοι αλλοι που γνωρισα εδω, ειναι φιλη ζωης.

Σας φιλω γλυκα.

μια λαμπαδα ισα με το μποι της Καρυατιδας, στη χαρη σου θα αναψω αγιε μου Γιωργη Κλουνη

karyatis

Λιγα λογια σημερα για το πολυσυζητημενο γεγονος της απαντησης του ωραιοτατου Τζωρτζ Κλουνευ σε Ελληνιδα δημοσιογραφο, κατα την διαρκεια Press Conference. Ο γνωστος ηθοποιος απαντησε θετικα στην ερωτηση αν τα κλεμμενα εργα τεχνης της Ελληνικης αρχαιοτητας, πρεπει να επιστραφουν απο το Βρεττανικο μουσειο στην χωρα και στον τοπο που ανηκουν.  Και φυσικα απαντησε ναι.  Η Press Conference εγινε με αφορμη την τελευταια ταινια του Τζωρτζ, και το βρισκω πολυ φυσικο  και επικοινωνιακο επαγγελματικα να απαντησει οπως απαντησε.
Την προηγουμενη της συνεντευξης -οπως και καμια αλλη προηγουμενη ημερα – δεν νομιζω πως ο συμπαθεστατος Τζωρτζ ειχε σκεφτει ποτε να ασχοληθει με τις κλεμμενες αρχαιοτητες.  Ισως να ηξερε για αυτα, ισως πραγματικα να πιστευει οτι καλο θα ηταν να γυρισουν στον τοπο τους, ομως ποτε μα ποτε, δεν αρχισε απο μονος του καποια σχετικη διαδικασια ουτε εκανε καποια εθελοντικη κινηση.
Αν ειχε, τοτε τουλαχιστο θα ηξερε πως ο Παρθενων βρισκεται στην Αθηνα και το Πανθεον (οπως αποκαλεσε τον Παρθενωνα)  στο Παρισι.
Πολλοι καλλιτεχνες παγκοσμιας εμβελειας, αποφασιζουν καποια στιγμη στην ζωη τους να ασχοληθουν με καποιο κοινωνικο, πολιτικο, η πολιτιστικο θεμα, και πολυ καλα κανουν γιατι θα τους προσεξει ο κοσμος. Η δημοτικοτητα ενεργει υπερ της δημοσιοτητας.
Εδω ομως τα πραγματα συνεβησαν εντελως διαφορετικα.
Τα μηντια και πολλοι χρηστες κοινωνικων ιστοσελιδων μονο που δεν τον ανακυρηξαν εθνικο ηρωα. Παρ’ ολα αυτα, τα δημοσιευματα ταραξαν τα νερα και μια προσφατη στατιστικη ερευνα συην Μ. Βρεττανια, ενα ποσοστο 88% Βρεταννων εδειξε να συμφωνει με την επιστροφη των αρχαιοτητων στην Ελλαδα. Δεν γνωριζω σε τι πληθυσμιακο δειγμα εγινε αυτη η ερευνα, οποτε (οπως κανω με καθε στατιστικη ερευνα) αμφισβητω καπως το αποτελεσμα. Οπως αμφισβητω οτι θα δουμε συντομα την ξενητεμενη καρυατιδα να ταξιδευει στην Ελλαδα.  Κατι τετοιο θα ανοιγε τεραστια πληγη στο Βρεττανικο μουσειο και αυτο δεν τους συμφερει.
Το θεμα της επιστροφης των αρχαιων μνημειων ειναι θεμα πολλων δεκαετιων και ακομα και σε σοβαροτερες προσπαθειες απετυχε. Θελω κι εγω, οπως ολοι οι Ελληνες, να επιστραφουν ολα αυτα στον τοπο μας, ιδιαιτερα τωρα που υπαρχει υποδομη και χωρος να τα δεχτει σωστα. Το Μουσειο της Ακροπολης εχει θεση για το καθενα απο αυτα.  Με επιχειρηματα, με σοβαροτητα, με συλλογικες προσπαθειες, με κρατικο ενδιαφερον.
Δεν μπορω ομως να βλεπω φωτοσοπ με την Καρυατιδα να αποζητα ταχα τις αδελφες της, δεν μπορω να βλεπω ορμηνεμενα απο δασκαλους παιδακια, να διαδηλωνουν στο Βρεττανικο μουσειο με σημαιες, και κυριως δεν μπορω να ακουω τον κοσμο να ζητα πισω τα μαρμαρα του. Μαρμαρα ηταν αυτα που εκοβε ο μαστορας ο Σπυρος στην μαντρα οικοδομικων υλικων του Μιχα στα Πατησια. Αυτα που ζηταμε ειναι αγαλματα, μετοπες, γλυπτα και πρεπει να λεγονται με το ονομα τους.
Αφηστε που στη μεταφραση χανει το πραγμα γιατι ο μεσος Αμερικανος θα νομιζει οτι ζηταμε πισω βωλους (γκαζες).
Αν λοιπον τελικα ολο αυτο το θεμα που ανακινηθηκε απο μια απαντηση του Τζωρτζ Κλουνευ υποθεσουμε οτι εχει αισιο τελος,  μας βλεπω συντομα να κτιζουμε ξωκλησι διπλα στον Αη Δημητρη  τον Λουμπαρδιαρη αφιερωμενο στον Αη Γιωργη τον μαρμαροκουβαλητη και ολες οι πιστες θαυμαστριες να κανουν ταματα στη χαρη του.

Σας φιλω γλυκα